Log in

Ρεκόρ από το 1971 στην αύξηση αποθεμάτων των τραπεζών σε χρυσό

Οι κεντρικές τράπεζες σε όλο τον κόσμο έχουν διαφοροποιήσει τα συναλλαγματικά τους αποθέματα, επενδύοντας περισσότερο σε ρευστό και ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι ο χρυσός.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 2018, οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν τόσο μαζικά χρυσό, που αυτή τη στιγμή υπερβαίνει τους 651 τόνους, ποσότητα που είναι η υψηλότερη από το 1971, όπως αποκαλύπτουν τα στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού (WGC), που επικαλείται η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt.

Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, η ζήτηση χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες αυξήθηκε κατά 74%. Με την τιμή του χρυσού σήμερα στα 1310 δολάρια ανά ουγγιά (περίπου 31 γραμμάρια), ο όγκος των αγορών έφτασε στα 27 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με τον Τζον Μάλιγκαν, εκπρόσωπο του WGC, ο κύριος λόγος που οι τράπεζες έχουν στραφεί στον χρυσό, είναι η αυξημένη γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα.

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού που έχει στη διάθεσή του το ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο μεγαλύτερος αγοραστής χρυσού με περίπου 274 τόνους ήταν η ρωσική Κεντρική Τράπεζα. Η τουρκική Κεντρική Τράπεζα αύξησε επίσης τις αγορές χρυσού κατά 51,5 τόνους και το Καζακστάν κατά 50,6 τόνους. Στην Ευρώπη, οι Κεντρικές Τράπεζες της Ουγγαρίας και της Πολωνίας ήταν από τους σημαντικότερους αγοραστές χρυσού. Για πρώτη φορά από το 2016, η Κίνα έχει επίσης αποκαλύψει στοιχεία για τα αποθέματα χρυσού από την Κεντρική της Τράπεζα - και ανέφερε αύξηση περίπου 10 τόνων.

«Αυτό είναι άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους», λέει ο εμπειρογνώμονας του WGC Μάλιγκαν. Οι κεντρικές τράπεζες θέλουν να γίνουν πιο ανεξάρτητες από το δολάριο.

Οι «πρωταθλητές»

Αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές στην περίπτωση της Ρωσίας, καθώς η χώρα αυξάνει σταθερά τα αποθέματα χρυσού επί 13 χρόνια. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Ρωσία αγόραζε περισσότερους από 200 τόνους χρυσού κάθε χρόνο. Σύμφωνα με το WGC, η χώρα χρηματοδότησε την αγορά το 2018 κυρίως μέσω της πώλησης κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ.

Αξιοσημείωτη είναι, επίσης, η αύξηση των αποθεμάτων χρυσού στην Τουρκία. Η χώρα αντιμετώπισε σοβαρή νομισματική κρίση το φθινόπωρο του 2018. Μόνο τον περασμένο Νοέμβριο, η κεντρική τράπεζα έριξε 16 τόνους χρυσού για την υπεράσπιση του εθνικού νομίσματος. Παρ 'όλα αυτά, προχωρά σε μια σημαντική αύξηση των αποθεμάτων χρυσού.

Τόσο η Ρωσία όσο και η Τουρκία έχουν πρόσφατα γεωπολιτικές εντάσεις με τις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ, τόσο το ρούβλι όσο και η λίρα υποτιμήθηκαν κατά περιόδους μαζικά.

Οι αγορές χρυσού έχουν επίσης πολιτική διάσταση, λέει ο Μάλιγκαν. «Οι χώρες θέλουν να αποφύγουν κάποιους κινδύνους από τη συγκέντρωση συναλλάγματος σε δολάρια» προσθέτει. Η ουγγρική Κεντρική Τράπεζα προχώρησε επίσης στη μεγαλύτερη αγορά χρυσού, εδώ και 30 χρόνια, για να επιβάλει τις διαρθρωτικές αλλαγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, η Ρωσία θα συνεχίσει να αγοράζει πολύ χρυσό στο μέλλον. Ένας λόγος μπορεί να είναι οι «πιθανές νέες κυρώσεις και το αδύναμο ρούβλι». Άλλες αναδυόμενες οικονομίες αναμένεται να αυξήσουν τις αγορές χρυσού, προκειμένου να μειωθεί η εξάρτηση από το δολάριο και, συνεπώς, οι κίνδυνοι ενός εμπορικού πολέμου.

Επιπλέον, πολλές από τις κεντρικές τράπεζες, οι οποίες σήμερα είναι οι μεγαλύτεροι αγοραστές χρυσού, έχουν ιστορικά σχετικά μικρά αποθέματα. «Θέλουν να τα καλύψουν τώρα», λέει ο εμπειρογνώμονας του WGC Τζον Μάλιγκαν.

Μόνο λίγες κεντρικές τράπεζες προχώρησαν σε πωλήσεις: η Κεντρική Τράπεζα της Αυστραλίας πώλησε περίπου τέσσερις τόνους, η Budnesbank 3,9 τόνους. Συνολικά, οι κεντρικές τράπεζες πούλησαν το 2018 μόνο 15,6 τόνους στην αγορά.

Σύμφωνα με το WGC, η φρενίτιδα αγοράς των κεντρικών τραπεζών ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη της ζήτησης χρυσού το 2018, που ήταν αυξημένη κατά 4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Το γεγονός ότι η τιμή του πολύτιμου μετάλλου δεν έχει αυξηθεί πιο πολύ οφείλεται στον αριθμό των υψηλών προμηθειών του WGC. Με 3347 τόνους, η παραγωγή των ορυχείων χρυσού έφτασε σε νέο επίπεδο ρεκόρ. Επίσης, η ποσότητα του χρυσού που ανακτάται από την ανακύκλωση έχει φθάσει στο ιστορικό υψηλό των 1173 τόνων.