Log in

Alpha Bank: Οι παράγοντες που οδηγούν στην ανάκαμψη του λιανεμπορίου

Τους παράγοντες εκείνους που οδηγούν στην ανάκαμψη του λιανικού εμπορίου στη χώρα μας, παρά τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές τόσο στην κατανάλωση, όσο κυρίως στην εργασία, αναλύει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο της για την ελληνική οικονομία.

Σύμφωνα με το δελτίο, παρά τη σχετική στασιμότητα του γενικού δείκτη οικονομικού κλίματος στο δεύτερο εξάμηνο του περασμένου έτους, οι επιμέρους δείκτες της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και των επιχειρηματικών προσδοκιών του κλάδου του λιανικού εμπορίου έχουν βελτιωθεί σημαντικά, προσεγγίζοντας τα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Η συμβολή, συνεπώς, της ιδιωτικής καταναλωτικής δαπάνης στην πορεία ανάκαμψης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος αναμένεται να διατηρηθεί ισχυρή το 2019. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνεται από την πορεία του γενικού δείκτη όγκου στο λιανικό́ εμπόριο, χωρίς καύσιμα και λιπαντικά, ο οποίος αυξήθηκε κατά́ 1,7% σε ετήσια βάση το 2018, έναντι αύξησης 1,3% το 2017.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη μετρούμενη με τον κινητό μέσο όρο 6 μηνών του σχετικού δείκτη έχει βελτιωθεί σημαντικά, καθώς από το Μάρτιο του 2017 καταγράφει βελτίωση, παρά τη μικρή κάμψη που παρουσίασε τον Φεβρουάριο του 2019 και διαμορφώθηκε στις -33,3 μονάδες έναντι -28,3 τον Ιανουάριο. Ωστόσο, παραμένει σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο περσινό (-49,6 μονάδες το Φεβρουάριο του 2018).

Παράλληλα, ο γενικός δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο, εξαιρουμένων των καυσίμων και των λιπαντικών, βελτιώνεται σταδιακά την τελευταία τριετία, με τoν ετήσιο μέσο όρο να ανέρχεται σε 103,5 το 2018, έναντι 101,8 το 2017 και 100,5 το 2016. Ακόμη ισχυρότερη δυναμική παρουσιάζει το 2018 η εξέλιξη του υποδείκτη που αφορά στον όγκο πωλήσεων των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων, όπως φαίνεται στο Γράφημα με την πράσινη γραμμή. Η εξέλιξη αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω ενίσχυση του μεριδίου των μεγάλων καταστημάτων στην αγορά τροφίμων, παρά το γεγονός ότι παραμένει σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του δείκτη κύκλου εργασιών των μη ειδικευμένων καταστημάτων (παντοπωλεία και supermarkets) διαμορφώθηκε σε 1,9% στην ΕΕ-28 κατά την περίοδο 2010-2017, έναντι 0,8% του δείκτη κύκλου εργασιών των ειδικευμένων καταστημάτων για την ίδια χρονική περίοδο. Στην Ελλάδα στην αντίστοιχη περίοδο, ο μέσος ετήσιος ρυθμός του δείκτη κύκλου εργασιών μειώθηκε λόγω την ύφεσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό σε παντοπωλεία και μεγάλες αλυσίδες τροφίμων, σε σχέση με τα ειδικευμένα καταστήματα.

Η Δυναμική των Επιχειρηματικών Προσδοκιών του Κλάδου

Οι ανωτέρω ευνοϊκές εξελίξεις στην καταναλωτική εμπιστοσύνη και τις λιανικές πωλήσεις αντανακλώνται στις επιχειρηματικές προσδοκίες του κλάδου. Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο έχει επανέλθει σε φάση επέκτασης.

Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο κινείται σε επίπεδα άνω του μακροχρόνιου μέσου επιπέδου της HPf τάσης. Στην περίοδο Ιανουαρίου 2004 - Δεκεμβρίου 2008 ξεκινά από τη φάση επέκτασης, συνεχίζει σε φθίνουσα, αλλά διατηρούμενη άνω του μέσου, πορεία και καταλήγει στο τέλος της περιόδου αυτής σε φάση συρρίκνωσης. Στην περίοδο Ιανουαρίου 2009 -
Δεκεμβρίου 2014 παρέμεινε κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια κάτω του μακροχρόνιου μέσου αν και τους τελευταίους μήνες αυτής περιόδου παρουσίασε σημάδια ανάκαμψης. Τέλος, ο δείκτης βρισκόταν καθ’ όλη τη
διάρκεια του 2018 στην φάση της επέκτασης, μετά την παλινδρομική κίνηση το 2015,έτος εισαγωγής των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, ενώ διαφαίνεται πλέον μια τάση προσέγγισης των υψηλών επιπέδων του 2006 και 2007, δηλαδή των ετώνπριν την έλευση της οικονομικής κρίσης.

Οι προσδοκίες των επιχειρηματιών του λιανικού εμπορίου αναλύονται σε επιμέρους κατηγορίες όπου αποτυπώνονται οι εκτιμήσεις τους αναφορικά (α) με τις παραγγελίες, (β) την επιχειρηματική δραστηριότητα και (γ) την απασχόληση για τους επόμενους τρεις μήνες (κινητοί μέσοι δώδεκα μηνών). Συγκεκριμένα ο υποδείκτης που αφορά στις παραγγελίες των επόμενων τριών μηνών, ο οποίος κυμαινόταν κατά μέσο όρο κοντά στο μηδέν κατά τα έτη 2016 και 2017, ήταν σταθερά θετικός σε όλη τη διάρκεια του 2018, ενώ το Φεβρουάριο του 2019 ανήλθε στις 22,9 μονάδες, από 19,8 μονάδες τον Ιανουάριο του 2019. Οι εκτιμήσεις των επιχειρηματιών του κλάδου σχετικά με την πορεία της απασχόλησης τους επόμενους τρεις μήνες βελτιώνονται σταθερά, με το δωδεκάμηνο μέσο όρο να κινείται περίπου στις 12 μονάδες το τελευταίο εξάμηνο. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι ο εν λόγω δείκτης, ανήλθε το Φεβρουάριο του 2019 στις 24,1 μονάδες, έναντι 13,5 τον Ιανουάριο του 2019. Αντίθετα, οι προσδοκίες των εμπόρων σχετικά με την επιχειρηματική δραστηριότητά τους το επόμενο τρίμηνο, παρά το γεγονός ότι κατέγραψαν ανοδική πορεία το δεύτερο εξάμηνο του 2018, παρουσιάζονται λιγότερο αισιόδοξες σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, με το σχετικό δείκτη να μειώνεται το Φεβρουάριο του 2019, έναντι του Ιανουαρίου.

Παράγοντες που επηρεάζουν την Ιδιωτική Καταναλωτική Δαπάνη το 2019

Οι κύριοι παράγοντες, που προσδιορίζουν τη δυναμική της καταναλωτικής δαπάνης είναι οι ακόλουθοι:

Πρώτον, η άνοδος του ακαθάριστου διαθεσίμου εισοδήματος το 2018 (+3,4% σε ετήσια βάση το πρώτο εννεάμηνο του 2018 σε τρέχουσες τιμές) που στηρίχθηκε στη σταδιακή αύξηση της απασχόλησης (+1,8% σε ετήσια βάση το αντίστοιχο διάστημα) και των μέσων αποδοχών. Δεδομένου όμως ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα της αύξησης της απασχόλησης αφορά σε θέσεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης, και κατά συνέπεια χαμηλότερου διαθεσίμου εισοδήματος, η διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών μεταβάλλεται ουσιαστικά, προς όφελος των αγαθών πρώτης ανάγκης, όπως τα τρόφιμα, σε σχέση με τα πολυτελή αγαθά, όπως ένδυση και υπόδηση και διαρκή αγαθά.

Δεύτερον, η διατήρηση αρνητικής μέσης ροπής προς αποταμίευση στην Ελλάδα (-7,3% το 2017 και -6,1 % το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου του 2018), ως αποτέλεσμα της προσπάθειας των νοικοκυριών να προστατεύσουν κατά το δυνατό το επίπεδο ευημερίας τους και να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις.

Τρίτον, η άνοδος της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και των προσδοκιών η οποία αναλύθηκε εκτενώς στο προηγούμενο τμήμα του Δελτίου.

Τέταρτον, η αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων από την ενισχυμένη εισερχόμενη τουριστική κίνηση στην Ελλάδα, τη συμβολή της οποίας αναπτύξαμε αναλυτικά στο προηγούμενο Δελτίο. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 10,1% σε ετήσια βάση το 2018 έναντι 10,8% το 2017.

Πέμπτον, η ενίσχυση της οικονομίας διαμοιρασμού πρόσφερε σημαντικές ευκαιρίες βραχυπρόθεσμης μίσθωσης των κατοικιών τους στα ελληνικά νοικοκυριά επηρεάζοντας αυξητικά τόσο τα ενοίκια της μακροχρόνιας μίσθωσης όσο και τις τιμές των ακίνητων σε ορισμένες περιοχές.

Η συνεπακόλουθη ενίσχυση των επικουρικών αυτών εισοδημάτων και του χρηματοοικονομικού πλούτου διοχετεύθηκε σε σημαντικό βαθμό στην καταναλωτική δαπάνη.

Έκτον, η συνεχής αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, είτε μέσω καρτών είτε μέσω διαδικτυακών συναλλαγών, ιδιαίτερα μετά την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων, η οποία οδηγεί σε μια ακριβέστερη καταγραφή του ύψους της καταναλωτικής δαπάνης, και κατά συνέπεια στη συμπίεση της σκιώδους οικονομίας.

Τραπεζική Χρηματοδότηση του Ιδιωτικού Τομέα

Τον Ιανουάριο του 2019, το υπόλοιπο των χορηγήσεων προς τον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε σε €169,4 δισ. και παρουσίασε αρνητικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής 1,1%. Από το σύνολο των πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, το 49% αφορά σε επιχειρηματικά δάνεια, το 33% σε στεγαστικά, το 11% σε καταναλωτικά και λοιπά δάνεια και το 7% σε δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες (συμπ. αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις).
Συγκεκριμένα, το υπόλοιπο των χορηγήσεων προς τις επιχειρήσεις τον Ιανουάριο του 2019, μειώθηκε ελαφρά σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2018 (€ 82,7 δισ.) και διαμορφώθηκε σε € 82,3 δισ., εκ των οποίων € 76,1 δισ. είναι πιστώσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (+0,5% σε ετήσια βάση) και € 6,1 δισ. προς ασφαλιστικές επιχειρήσεις και λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (-4,5% σε σύγκριση με τον Ιανουάριο του 2018).
Όσον αφορά την ανάλυση της χρηματοδότησης ανά κλάδο δραστηριότητας, τον Ιανουάριο του 2019 σημειώθηκε ετήσια αύξηση στη Γεωργία, τον Τουρισμό, τη Ναυτιλία και την Ενέργεια. Αντίθετα, μείωση σε ετήσια βάση καταγράφηκε στις χορηγήσεις προς επιχειρήσεις της Βιομηχανίας, του Εμπορίου, των Κατασκευών, των Αποθηκεύσεων και Μεταφορών (πλην Ναυτιλίας), της Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων.
Αναφορικά με τα δάνεια προς τα νοικοκυριά, το υπόλοιπό τους διαμορφώθηκε σε € 75,9 δισ., τον Ιανουάριο του 2019, σημειώνοντας ετήσια μείωση κατά 2,2%. Όσον αφορά τις επιμέρους κατηγορίες, τα στεγαστικά δάνεια μειώθηκαν κατά 2,8% σε ετήσια βάση, ενώ τα καταναλωτικά δάνεια υποχώρησαν λιγότερο κατά 0,8% αντίστοιχα. Τέλος, οι πιστώσεις προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, τον Ιανουάριο, υποχώρησαν κατά 1,9%.

Τραπεζικές Καταθέσεις Ιδιωτικού Τομέα

To υπόλοιπο καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, παρουσίασε τον Ιανουάριο 2019 ετήσια αύξηση κατά6,2%, από 6,3% τον Δεκέμβριο του 2018 . Η εξέλιξη αυτή, οφείλεται τόσο στην αύξηση των καταθέσεων των νοικοκυριών κατά 6,2% (αποτελούν το 82% των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα και ανήλθαν σε €109,4 δισ.) όσο και των επιχειρήσεων κατά 6,4%. Το σύνολο των καταθέσεων κατοίκων εσωτερικού στο τραπεζικό σύστημα που περιλαμβάνει τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις καταθέσεις της Γενικής Κυβερνήσεως, διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο του 2019 σε €150,6 δισ., έναντι €152,4 δισ. τον Δεκέμβριο του 2018.

Δείκτες Οικονομικού Κλίματος

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ESI) στην Ελλάδα βελτιώθηκε τον Φεβρουάριο του 2019 σε 101,3 μονάδες, από 99,6 μονάδες τον Ιανουάριο του 2019. Ο δείκτης στην Ευρωζώνη, τον Φεβρουάριο, χειροτέρευσε οριακά στις 106,1 μονάδες, από 106,3 μονάδες τον Ιανουάριο του 2019. Μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών, ο δείκτης παρουσίασε πτώση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα στην Γαλλία και την Ιταλία, ενώ αμετάβλητος παρέμεινε στην Γερμανία και την Ισπανία. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η σημαντική πτώση του δείκτη οικονομικού κλίματος στις 99,2 μονάδες τον Φεβρουάριο του 2019 (Ιαν.2019: 103,7 μονάδες, Δεκ.2018: 105,5 μονάδες) αντανακλά τις ανησυχίες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για την εξέλιξη της διαδικασίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και την επίπτωση που θα έχει στην οικονομική δραστηριότητα.

Στην Ελλάδα, η αύξηση του γενικού δείκτη αποδίδεται στην ανοδική πορεία των δεικτών στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες, ενώ οι δείκτες στο λιανικό εμπόριο, στις κατασκευές καθώς και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης επιδεινώθηκαν.

Ειδικότερα για την Ελλάδα:

(i) Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 3,4 μονάδες σε μηνιαία βάση τον Φεβρουάριο του 2019, με το ισοζύγιο θετικών/αρνητικών απαντήσεων ωστόσο να παραμένει ελαφρά αρνητικό. Ειδικότερα, καταγράφονται αυξητικές τάσεις στις εκτιμήσεις για την παραγωγή και την εξέλιξη των τιμών πώλησης στο επόμενο διάστημα, ενώ επίσης βελτίωση παρουσίασαν οι τρέχουσες παραγγελίες και η ζήτηση από το εξωτερικό.

(ii) Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στις υπηρεσίες αυξήθηκε σημαντικά σε μηνιαία βάση και διαμορφώθηκε στις 6,1 μονάδες, επιστρέφοντας εκ νέου σε θετικό έδαφος, καθώς τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε αρνητικός για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια (Ιανουάριος 2019: -1,6 μονάδες - Ιανουάριος 2017: -3,2 μονάδες). Βελτίωση σημείωσαν όλες οι επιμέρους μεταβλητές του δείκτη, όπως οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων και την τρέχουσα ζήτηση, καθώς και οι προβλέψεις για τους επόμενους 3 μήνες, με εξαίρεση τις προσδοκίες για την εξέλιξη των τιμών πώλησης.

(iii) Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο διαμορφώθηκε τον Φεβρουάριο στις +13,3 μονάδες έναντι +23,0 μονάδων του Ιανουαρίου του 2019, μήνα κατά τον οποίο έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το Μάιο του 2008. Μεγαλύτερη πτώση παρουσίασε το ισοζύγιο θετικών/ αρνητικών απαντήσεων στις εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων, με το ισοζύγιο ωστόσο να παραμένει θετικό.

(iv) Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στις κατασκευές μειώθηκε κατά 10,0 μονάδες, εξακολουθώντας να κινείται σε έντονα αρνητικό επίπεδο και να παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις.

Τέλος, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -33,3 μονάδες τον Φεβρουάριο του 2019, από -28,3 μονάδες τον Ιανουάριο, όταν και σημείωσε την καλύτερη επίδοση από τον Νοέμβριο του 2009. Σημειώνεται ότι η επίδοση του δείκτη παραμένει στο χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28. Αναφορικά με τους επιμέρους δείκτες που συνθέτουν τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης, σημαντική μείωση παρουσίασε η πρόθεση των νοικοκυριών για μείζονες αγορές τόσο τους προσεχείς 12 μήνες (-14,6 μονάδες) όσο και το τρέχον διάστημα (-6,6 μονάδες). Η πρόθεση των νοικοκυριών για αποταμίευση στην τρέχουσα περίοδο παρουσίασε πτώση κατά 4,2 μονάδες, μετά από τρεις μήνες συνεχούς βελτίωσης , παραμένοντας σε πολύ χαμηλό επίπεδο (-58,3 μονάδες).