Log in

ICAP: Σε πορεία ανάκαμψης οι κλάδοι των ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας

Η ελληνική αγορά των Ιδιωτικών Υπηρεσιών Ασφαλείας χαρακτηρίζεται από την παρουσία λίγων μεγάλων εταιρειών, ενώ η πλειοψηφία των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο είναι μικρού μεγέθους, τονίζει η ICAP σε ανάλυσή της για τον κλάδο.

Το εύρος των υπηρεσιών και προϊόντων που προσφέρει η κάθε επιχείρηση ποικίλει, ανάλογα με το μέγεθος και τη δυναμικότητά της, το βαθμό εξειδίκευσης σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία υπηρεσιών, καθώς και το βαθμό συνεργασίας της με άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Οι πρόσφατες εξελίξεις του κλάδου επισημαίνονται στην τελευταία έκδοση της σχετικής κλαδικής μελέτης που εκπόνησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP.

Οι μεγαλύτερες εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας διαθέτουν δίκτυα αποκλειστικών αντιπροσώπων στην περιφέρεια, πετυχαίνοντας έτσι πληρέστερη γεωγραφική κάλυψη της αγοράς, προσφέροντας παράλληλα και ευρύτερη γκάμα υπηρεσιών.

Σύμφωνα με το Ν. Ταβουλάρη, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP Group, ο οποίος επιμελήθηκε της συγκεκριμένης έκδοσης, η εγκληματικότητα είναι ο κυριότερος παράγοντας που διαμορφώνει τη ζήτηση των ιδιωτικών υπηρεσιών και των συστημάτων ασφαλείας. Τα φαινόμενα εγκληματικότητας οποιασδήποτε μορφής, δημιουργούν αίσθημα ανασφάλειας στους πολίτες, ωθώντας τους στην αναζήτηση επιπλέον προστασίας, πέραν αυτής που προσφέρουν οι κρατικές υπηρεσίες.

Άλλοι σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση για τις εξεταζόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, είναι οι εξής:

· Η εξέλιξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς οι ιδρύσεις νέων επιχειρήσεων, όπως και οι επεκτάσεις των παλαιοτέρων, δημιουργούν αυξημένες ανάγκες για υπηρεσίες φύλαξης και επιτήρησης, χρηματαποστολές κλπ.

· Η κατασκευή και λειτουργία μεγάλων έργων (όπως π.χ. το Αττικό Μετρό).

· Η διοργάνωση διαφόρων εκδηλώσεων όπως φεστιβάλ, συναυλίες, εκθέσεις, συνέδρια κλπ.

• Τα φαινόμενα τρομοκρατίας, κυρίως λόγω και της «έξαρσης» των σχετικών κρουσμάτων σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.

Εκτιμάται ότι το 65% της ζήτησης για τις υπηρεσίες του κλάδου προήλθε από τον ιδιωτικό τομέα (επιχειρήσεις, εμπορικά κέντρα κλπ) το 2016, ενώ ο δημόσιος τομέας (σχολεία, χώροι δημοσίων έργων, οργανισμοί κ.ά), κάλυψε το 25% της ζήτησης το ίδιο έτος. Το 7% προήλθε από τις τράπεζες και το 3% από λοιπούς (φυσικά πρόσωπα κ.ά.).

Ο κος Ταβουλάρης επισημαίνει ότι η εγχώρια αγορά των ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας παρουσίασε σημαντική ύφεση την περίοδο 2011-2014 και απώλεσε σωρευτικά το 22,1% της αξίας της. Εντούτοις, η αρνητική πορεία της ανακόπηκε το 2015 και το 2016 όπου κινήθηκε σταθεροποιητικά. Ωστόσο, το 2017 αποτέλεσε την πρώτη χρόνια, μετά το 2009, που αυξήθηκε σε σχετικά μεγάλο βαθμό (+2,8%) σε ετήσια βάση.

Οι κυριότεροι παράγοντες της αύξησης αυτής μπορούν να εντοπιστούν στην επαναφορά της οικονομίας σε σχετικά ομαλότερη πορεία σε σχέση με την τετραετία 2009-2013 και στη σημαντική άνοδο που παρατηρείται στον τομέα του τουρισμού που ευνοεί εμμέσως, εταιρείες που προσφέρουν υπηρεσίες ασφαλείας σε αεροδρόμια και λιμάνια.

Οι συνολικές πωλήσεις των ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας παρουσίασαν σωρευτική μείωση 15,9% από το 2011 έως και το 2015, αλλά τα τελευταία δυο έτη κατάφεραν να αντιστρέψουν την καθοδική τους πορεία και παρουσίασαν ανοδικές τάσεις. Πιο συγκεκριμένα, το 2016 αυξήθηκαν κατά 3,8% και το 2017 κατά 5,2%.

Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, τα υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας τα τελευταία έτη έχουν ενισχύσει τη ζήτηση σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων. Η ζήτηση για συστήματα συναγερμών φαίνεται να έχει επηρεαστεί λιγότερο, σε σύγκριση με άλλα προϊόντα (π.χ. συστήματα πυρανίχνευσης, η ζήτηση των οποίων συνδέεται και με την πορεία του κατασκευαστικού κλάδου).

Όσον αφορά τον ομαδοποιημένο ισολογισμό των επιχειρήσεων του κλάδου των ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας (δείγμα 19 εταιρείες) παρατηρείται ότι το σύνολο του ενεργητικού των εταιρειών του δείγματος παρέμεινε σχετικά σταθερό την πενταετία 2012-2016 και διαμορφώθηκε σε €99,3 εκατ. το 2016. Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν σημαντικά και ανήλθαν στα €48,7 εκατ. αυξημένα κατά 10,6% σε σχέση με το 2012. Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις παρουσίασαν σημαντικές αυξομειώσεις, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 10,1% την περίοδο 2012-2016.

Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών παρουσίασαν σημαντική πτώση την τριετία 2012-2014 (-6,8%), ενώ τη διετία 2015-2016 αυξήθηκαν ελαφρώς στα €166,2 εκατ. και διευρύνθηκαν κατά 1,3%. Τα μικτά κέρδη μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό το 2016 (2016/15: -10%) και η εξέλιξη αυτή επηρέασε σημαντικά τα λειτουργικά αποτελέσματα (2016/15: -44,5%). Αντιστοίχως, τα καθαρά κέρδη (2016/15: -44,5%) και τα EBITDA (-35,1%) κινήθηκαν έντονα πτωτικά το 2016.

Οι δείκτες κερδοφορίας του κλάδου παρουσίασαν σημαντικές αυξομειώσεις, αλλά σε γενικές γραμμές κινήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Αναλύοντας τον ομαδοποιημένο ισολογισμό των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της εισαγωγής ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας (δείγμα 20 εταιρειών) παρατηρείται ότι το σύνολο του ενεργητικού τους κινήθηκε ανοδικά την περίοδο 2012-2016 (σωρευτική αύξηση 12,9%) και διαμορφώθηκε σε €83 εκατ. Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν σημαντικά κατά 23,4% (2016/12) και ανήλθαν στα €44,2 εκατ. Οι μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις και προβλέψεις παρουσίασαν σημαντικές διακυμάνσεις, ενώ οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 4,5% την περίοδο 2012-2016.

Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών παρουσίασαν άνοδο την ίδια περίοδο κατά 9,2%, όπως και τα μικτά κέρδη που διαμορφώθηκαν στα €34,6 εκατ. το 2016. Τα λειτουργικά αποτελέσματα, τα καθαρά κέρδη όπως και τα EBITDA αυξήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την πενταετία 2012-2016 (100%, 95,3% και 31,7% αντίστοιχα).

Παρατηρείται ότι το περιθώριο μικτού κέρδους του κλάδου των εταιρειών εισαγωγής ηλεκτρονικών συστημάτων κυμαίνεται σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με αυτό του κλάδου των εταιρειών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, αλλά οι υπόλοιποι δείκτες κερδοφορίας εμφανίζουν παραπλήσια εικόνα, υπογραμμίζει η ICAP.