Log in

Ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα: Κύριες αιτίες αναπηρίας

Οι απλές προσαρμογές στο εργασιακό περιβάλλον, πολλές από τις οποίες έχουν χαμηλό κόστος, και οι ευέλικτοι χρόνοι εργασίας μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα να παραμείνουν στην εργασία είναι το μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Αρθρίτιδας, που όπως κάθε χρόνο εορτάζεται και φέτος από την Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.), αποκλειστικού αποκλειστικού μέλους της EULAR  για την Ελλάδα.

Γράφει η: 

Φέτος ο εορτασμός πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας (Ε.Ι.ΡΕ) και την ευγενική χορηγία της εταιρείας Φαρμασέρβ– Lilly.

«Στην Ευρωπαϊκή Ένωση», τόνισε η κα Αθανασία Παππά, Πρόεδρος της ΕΛΕΑΝΑ,«1.000.000 επιπλέον εργαζόμενοι θα μπορούσαν να εργάζονται καθημερινά εάν οι πρώιμες παρεμβάσεις ήταν ευρύτερα προσβάσιμες για τα άτομα με ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα. Αξίζει να σημειωθεί», συνέχισε η κα Παππά, «ότι τα ρευματικά και μυοσκελετικά νοσήματα είναι η κύρια επαγγελματική ασθένεια αντιπροσωπεύοντας το 38% όλων των επαγγελματικών ασθενειών και περίπου το 60% όλων των προβλημάτων υγείας στον χώρο εργασίας. Τα ρευματικά και μυοσκελετικά προβλήματα αποτελούν τη μεγαλύτερη αιτία για αναρρωτική άδεια και πρόωρη συνταξιοδότηση λόγω σωματικής αναπηρίας. Ως μία από τις κύριες αιτίες της σωματικής αναπηρίας, οι ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις συμβάλλουν σημαντικά στην απώλεια της παραγωγικότητας στο χώρο εργασίας.

Η δουλειά είναι ένας κρίσιμος παράγοντας της οικοδόμησης της αυτοεκτίμησης και είναι τραγωδία που χάνονται τόσα πολλά ταλέντα από το εργατικό δυναμικό»επεσήμανε η κα Παππά, «και η διατήρηση του ενεργού πληθυσμού με φάρμακα είναι επωφελής για τη σωματική και ψυχική τους υγεία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη λιγότερη ανάγκη για υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.

Στην Ελλάδα, σχετική έρευνα που διεξήγαγε η ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α. ανάμεσα σε ασθενείς μέλη της, έδειξε ότι:

•          20% δεν μιλούσε για το πρόβλημά του στον εργοδότη του με το φόβο πιθανής απόλυσης

•          30% απάντησε ότι ο εργοδότης του ήταν αρχικά φιλικός αλλά όχι υποστηρικτικός όταν χρειαζόταν

•          50% είχε πρόβλημα με τον εργοδότη του

•          70% ανέφερε ότι τα κτίρια δεν είναι προσβάσιμα με το 90% των εργασιακών χώρων να μην είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι

•          81% προτιμά να εργάζεται παρά να λαμβάνει επιδόματα από το κράτος

•          95% τόνισε ότι η εργασία έχει θετικά αποτελέσματα τόσο στην υγεία όσο και στην ψυχολογία του.

Ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση των εργοδοτών, ενίσχυση των νόμων που αφορούν τα εργασιακά δικαιώματα των ρευματοπαθών, επανεκπαίδευση και κατάρτιση των ατόμων με ρευματικά νοσήματα όταν πρέπει να αλλάξουν το είδος της εργασίας τους και επίτευξη οικονομικής σταθερότητας και πρόσβασης στην υγεία» είναι όλα όσα πρέπει να γίνουν, κατέληξε η Πρόεδρος της ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.

«Ο χρόνιος πόνος είναι νόσος με οδυνηρές σωματικές, κοινωνικές, οικονομικές και συναισθηματικές επιπτώσεις,» διευκρίνισε η κα Αθηνά Βαδαλούκα, Αναπλ. Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας-Θεραπείας Πόνου & Παρηγορικής Αγωγής ΕΚΠΑ, Πρώην Επίτ. Γεν. Γραμ. Παγκόσμιου Ινστιτούτου Πόνου (WIP), &Πρόεδρος ΠΑ.ΡΗ.ΣΥ.Α. «Η κατάθλιψη, η κοινωνική απόσυρση και το fatique syndrome έχουν αναγνωριστεί ως συνοσηρότητες του χρόνιου πόνου.

Στην Αμερική πάσχουν από χρόνιο πόνο 116 εκατομμύρια άνθρωποι ενώ έχει υπολογιστεί πως το κόστος αντιμετώπισης της νόσου κυμαίνεται από 560-630 δις δολάρια το χρόνο. Αντίστοιχα στην Ευρώπη ένα στα πέντε άτομα υποφέρει από χρόνιο πόνο. Από αυτά το 1/3 υποφέρει καθημερινά και 1/3 δεν μπορεί να αντέξει τον έντονο πόνο. Μεγάλη είναι η επίπτωση στην εργασία λόγω απώλειας εισοδήματος σε προσωπικό επίπεδο αλλά και στο κοινωνικό σύνολο λόγω μη εκπλήρωσης εργασιακώ νκαθηκόντων».

«Οι πιστοποιημένοι φυσικοθεραπευτές», επεσήμανε ο κος Σταύρος Σταθόπουλος, Φυσικοθεραπευτής, Γ.Ν.Α. «Ευαγγελισμός», Δ/ντής & Καθηγητής Μεταπτυχιακών προγραμμάτων επιμόρφωσης, Παν/μιο G. Marconi, «μέλη του Πανελλήνιου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών, υπό την καθοδήγηση και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φυσικοθεραπευτών που εργάζονται στην Επαγγελματική Υγεία και Εργονομία–υποομάδας της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Φυσικο- θεραπευτών - μπορούν να βοηθήσουν τους εργαζομένους που πάσχουν από αρθρίτιδα να μην σταματήσουν την εργασία τους, να διευκολύνουν την επιστροφή τους στην εργασία με πλήρη κανονικά καθήκοντα ή εάν απαιτούνται εναλλακτικά ή τροποποιημένα. Οι φυσικοθεραπευτές ως οι ειδικοί στην κίνηση και την άσκηση θα μεγιστοποιήσουν την υγεία και την ευημερία των εργαζομένων με ρύθμιση τρέχοντος εξοπλισμού, ενημερωτικά φυλλάδια, ορισμό κατάλληλων διαλειμμάτων, σχεδιασμό, οργάνωση, υλοποίηση προγραμμάτων θεραπευτικής άσκησης (καθοδηγουμένης ή επιβλεπόμενης) τόσο στον εργασιακό όσο και στον ιδιωτικό τους χώρο».

Όσον αφορά στις θεραπείες, τόνισε ο κος Δημήτρης Κούβελας, Καθηγητής Φαρμακολογίας και Κλινικής Φαρμακολογίας και Δ/ντής του Εργαστηρίου Κλινικής Φαρμακολογίας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ, «στα υπάρχοντα εξαιρετικά κλασσικά φάρμακα, έχουν προστεθεί οι βιολογικοί παράγοντες που στοχεύουν παράγοντες φλεγμονής, αλλά και μικρά μόρια που αλλάζουν την κυτταρική πληροφορία.

Είμαστε σε αναμονή νέων φαρμάκων όλων των κατηγοριών, αλλά και ανατρεπτικών θεραπευτικών μεθόδων, όπως οι γονιδιακές θεραπείες, κυτταρικές θεραπείες (ανοσοθεραπείες, αναγεννητικές), ιστικές θεραπείες (ανάπλαση του συνδετικού ιστού) κ.ά.

Επιπλέον παλιές θεραπείες τεκμηριώνουν την χρήση τους και περιλαμβάνουν είτε φυτοθεραπευτικά (κάνναβη CBD, THC), είτε εναλλακτικές (βελονισμός κ.ά.), κυρίως σε συνδυασμό με τις νέες ανακαλύψεις».

Τέλος, ο κος Δημήτρης Καραμήτσος, Ειδικός Ρευματολόγος, Δ/ντής Γ.Ν.Α. Ευαγγελισμός, Πρόεδρος Ε.Ι.ΡΕ., σημείωσε «για μια ακόμη φορά ότι επιβάλλεται η υπεύθυνη, περιοδική ενημέρωση του κοινού για τις ρευματικές παθήσεις εξαιτίας α) της μεγάλης συχνότητάς τους αφού είναι δεδομένο ότι 27% των ενήλικων Ελλήνων θα εμφανίσουν κάποια ρευματική πάθηση, β) της χρονιότητάς τους και του μεγάλου ποσοστού μονίμων προβλημάτων που προκαλούν σε περιπτώσεις πλημμελούς αντιμετώπισής τους και γ) της ύπαρξης νέων, αποτελεσματικών θεραπειών, των οποίων η έγκαιρη εφαρμογή αποτρέπει τις δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών».