Log in

Διατροφικές συνήθειες Ελλήνων ασθενών με αυτοάνοσα: Υψηλή ανάγκη για διατροφική ενημέρωση!

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής ανακοινώνονται τα αποτελέσματα της πανελλαδικής επιδημιολογικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε από την Ελληνική Διατροφολογική Εταιρεία,στα πλαίσια της Μελέτης «HealthyforLife» για τη διατροφή και τη φυσική άσκηση.

Γράφει η: 

Αντικείμενο αποτέλεσαν οι διατροφικές συνήθειες και τα ευρύτερα χαρακτηριστικά των ασθενών με αυτοάνοσα νοσήματα. Η συγκεκριμένη μελέτη διενεργήθηκε από ερευνητική ομάδα της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας με επικεφαλής τονκλινικό διατροφολόγο Δρ.Δημήτρη Γρηγοράκη.

Οι διαστάσεις των αυτοάνοσων

Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά αυτοάνοσα νοσήματα, καθένα από τα οποία μπορεί να προσβάλλει τον οργανισμό με ποικίλους τρόπους.

Σύμφωνα με τον AARDA (American Autoimmune Related Diseases Association), σήμερα υπάρχουν περισσότερες από 100 γνωστές χρόνιες μη αναστρέψιμες παθήσεις που εμφανίζουν ως κοινό σημείο αναφοράς (προσβολής) το ανοσοποιητικό σύστημα (AARDA 2019). Την ίδια ώρα, οι ερευνητές υποπτεύονται ότι τουλάχιστον επιπλέον σαράντα άλλες παθήσεις έχουν αυτοάνοση υποδομή (AARDA 2019).

Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Υγείας (ΝΙΗ 2005) κάνει λόγο για μια οικογένεια χρόνιων ανίατων ασθενειών, οι οποίες αναπτύσσονται όταν διαταραχές στο ανοσοποιητικό οδηγούν τον οργανισμό στο να επιτεθεί στα δικά του όργανα, ιστούς και κύτταρα. Για παράδειγμα, η αυτοάνοση αντίδραση στρέφεται εναντίον του νευρικού ιστού στη σκλήρυνση κατά πλάκας και εναντίον του εντέρου στη νόσο του Crohn. Σε άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, οι ιστοί και τα όργανα που προσβάλλονται είναι δυνατόν ναδιαφέρουν από ασθενή σε ασθενή, όλοι όμως πάσχουν από την ίδια νόσο.Ανάλογα με τοόργανο που πλήττεται, διαφοροποιείται και η ονοματολογία των αυτοάνοσων νοσημάτων (Εικόνα 1).

download

Εικόνα 1: Τα διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα και το εκάστοτε όργανο-στόχος που προσβάλλεται. Το επίκεντρό τους όμως παραμένει ΕΝΑ: Το ανοσοποιητικό σύστημα(AARDA 2019).

Τα αυτοάνοσα νοσήματα βρίσκονται σε πλήρη έξαρση τα τελευταία χρόνια τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα. Ως ομάδα νοσημάτων, προσβάλλουν εκατομμύρια ανθρώπων. Στις Η.Π.Α. είναι η τρίτη κύρια αιτία χρόνιων ασθενειών, μετά τον καρκίνο και τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των Η.Π.Α. (NHI), το 2005 επηρέαζαν περίπου το 8% τουπληθυσμού ή 23.500.000 άτομα (ΝΙΗ 2005). Σήμερα οAARDAυπολογίζει ότι πενήντα εκατομμύρια Αμερικανοί (αύξηση 100% σε 14 χρόνια), δηλαδή ένας στους πέντε,πάσχουν από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα (AARDA 2019). Οι αριθμοί φαίνεται να είναι αντίστοιχοι για τον ευρωπαϊκό,αλλά και για τον ελληνικό πληθυσμό και αυξάνονται δραματικά τα τελευταία δέκαχρόνια. Για τηνΕλλάδα δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα δεδομένα. Πιθανολογείται ότι ο επιπολασμός των αυτοάνοσων νοσημάτων στη χώρα μας είναιυψηλός και ο αριθμός των ατόμων που πάσχουν από κάποιοαδιάγνωστο αυτοάνοσο νόσημα είναι κατά πολύ μεγαλύτερος. Για παράδειγμα, ο επιπολασμός της σκλήρυνσης κατά πλάκας υπολογίζεται σε 1,8‰ επί τουγενικού πληθυσμού ενηλίκων.

Αντίστοιχα, το 11% των ενηλίκων της χώρας μας πάσχουν από κάποια αυτοάνοση ρευματική πάθηση. Ανυπολόγιστοι είναι οι αριθμοί για τις υπόλοιπα αυτοάνοσες διαταραχές.Ωστόσο, υπολογίζεται σήμερα ότι 1 στους 10 Έλληνες(~10%) εμφανίζει κάποια αυτοάνοση διαταραχή.Το πρόβλημα της έλλειψης διατροφικής ενημέρωσης στους ασθενείς με αυτοάνοσααναδεικνύει η επιδημιολογική μελέτη της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας με θέμα«διατροφικές συνήθειες Ελλήνων ασθενών με αυτοάνοσα».

Χαρακτηριστικά μελέτης

Η παρούσα επιδημιολογική μελέτη εκπονήθηκε από ερευνητική ομάδα της Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και πιο συγκεκριμένα από τους κλινικούς διατροφολόγους Δ. Γρηγοράκη, Γ. Καπώλη, Μ. Κασκάνη, Δ. Σκλαβενίτη, Ι. Βλάχου, Σ. Καραΐσκουκαι Α. Βλάχου. Τα χαρακτηριστικά της έρευνας είναι τα ακόλουθα:

  • Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τα εργαστηριακά πληροφοριακά συστήματα νοσοκομείων και διαιτολογικών μονάδων των περιοχών της μελέτης, κατά τη διάρκεια τωνετών 2018-2019.
  • Πληθυσμός μελέτης: 424 Έλληνες ασθενείς(108 άνδρες και 316γυναίκες) ηλικίας 19-60 ετών.
  • Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν για κάθε ασθενή αφορούσαν σε αιματολογικούς δείκτες, δημογραφικά χαρακτηριστικά, διατροφικές συνήθειες και τρόπο ζωής.
  • Τα επαρκή επίπεδα, η ανεπάρκεια και η έλλειψη βιταμίνης Dορίστηκαν ως:25(ΟΗ)D>30 ng/ml, 25(ΟΗ)D<30 ng/ml και 25(ΟΗ)D<12 ng/ml, αντίστοιχα.

Αποτελέσματα της μελέτης

Τα πιο διαδεδομένα αυτοάνοσα που κατεγράφησαν ήταν ηθυρεοειδίτιδα Hashimoto, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, το σύνδρομο Sjogren, το σκληρόδερμα, η ψωρίαση, η νόσος Crohn, η λεύκη, η κοιλιοκάκη, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ο σακχαρώδης διαβήτης 1, η ελκώδης κολίτιδα, η ινομυαλγία, η μυασθένεια Gravisκαι το έκζεμα ή ατοπική δερματίτιδα.

Ο μέσος όρος της ηλικίας των ασθενών κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η διάγνωση ήταν 32+4 έτη, γεγονός που σημαίνει ότι οι αυτοάνοσες διαταραχές πλήττουν όλο και μικρότερες ηλικίες. Όπως επιβεβαιώνεται από τη διεθνή βιβλιογραφία και σύμφωνα με τον AARDA, η πλειονότητα που προσβάλλεται από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα είναι γυναίκες σε ποσοστό 75% (AARDA 2019), ενώ κάποιοι ερευνητές κάνουν λόγο ακόμα και για 78% (Fairweather 2008).

Ειδικότερα, πιο επιρρεπείς είναι οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία. Πράγματι η αναλογία που εντοπίστηκε στη συγκεκριμένη μελέτη, αναφορικά με τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto ήταν 9 Γυναίκες:1 Άνδρας, τη σκλήρυνση κατά πλάκας 2:1,τη ρευματοειδή αρθρίτιδα 2:1, το σύνδρομο sjogren 9:1, το σκληρόδερμα 3:1, την ψωρίαση 2:1, τηνόσο Crohn 3:1, τη λεύκη 2:1, την κοιλιοκάκη 4:1 και το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο 9:1, αντίστοιχα (Σχήμα 1).Το 75,6% των ασθενών διέμενε σε αστικές περιοχές, ενώ το 24,4% αυτών σε ημιαστικά κέντρα. Το γεγονός αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η ποιότητα του περιβάλλοντος του τόπου διαμονής, επηρεάζει καθοριστικά την ευαισθησία του ανοσοποιητικού, με πιο ανθεκτικό εκείνων που διάγουν πιο φυσικό τρόπο ζωής.

Ένα υψηλό ποσοστό ασθενών δηλαδή το 63,6% προερχόταν από Βόρειες περιοχές της Ελλάδας, ενώ το 82,2% αυτών εμφάνιζε οικογενειακό ιστορικόίδιας ή διαφορετικής αυτοάνοσης διαταραχής γεγονός που υποδηλώνει την υψηλή πιθανότητα μίας μεταφερόμενης γονιδιακής ανοσοευαισθησίας.Οι περισσότεροι από τους ασθενείς, δηλαδή το 71,6%, δήλωσαν την παρουσία μίας ή και περισσότερων γαστρεντερικών διαταραχών, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι τα συγκεκριμένα προβλήματα λειτουργούν ως απορρυθμιστικοί παράγοντες του ανοσοποιητικού. Σχεδόν το σύνολο των ασθενών, δηλαδή 9 στους 10(92%), εμφάνιζε ανεπαρκή επίπεδα Βιταμίνης D [25(ΟΗ)D<30 ng/ml] κατά την περίοδο της διάγνωσης.

Στους ασθενείς με μία τουλάχιστον καταγεγραμμένη αυτοάνοση διαταραχή, το μοντέλο πολυπαραγοντικής ανάλυσης έδειξε ότι η εμφάνιση της νόσου συσχετίζονταν άμεσα μετα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την περαιτέρω ανάλυση των δεδομένων που προέκυψαν σχετικά με τη βιταμίνη D. Στην παρούσα μελέτη η μέση τιμή βιταμίνης D των ασθενών ήταν 21,06 ng/ml (υποδηλώνει ανεπάρκεια στα όρια της έλλειψης). Ο επιπολασμός της ανεπάρκειας βιταμίνης D[25(ΟΗ)D<30 ng/ml] βρέθηκε να αντιστοιχεί στο 92,1% του πληθυσμού. Από αυτούς το 31,5%εντοπίστηκε ότιπαρουσιάζει σημαντική έλλειψη[25(ΟΗ)D<12 ng/ml].Η πολυμεταβλητή ανάλυση λογιστικής παλινδρόμησης έδειξε μεγαλύτερη πιθανότητα ανεπάρκειας και έλλειψης βιταμίνης Dστις γυναίκες, σε σύγκριση με τους άνδρες.

Τα πολυπαραγοντικά μοντέλα γραμμικής παλινδρόμησης απέδειξαν ότι οβαθμός αστικοποίησης και ιδιαίτερα η κατάσταση του σωματικού βάρους, σχετίζονται με τα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα.Συγκεκριμένα, ο επιπολασμός της ανεπάρκειας και έλλειψης βιταμίνης D βρέθηκε να είναι χαμηλότερος σε άτομα που ζουν σε ημιαστικές σε σύγκριση με τα άτομα που ζουν σε αστικές περιοχές.Επιπρόσθετα, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (χαρακτηρίζει τη σωματική κατάσταση) συσχετίστηκε με τα επίπεδα της βιταμίνης D. Ισχυρός συσχετισμός παρατηρήθηκε μεταξύ του υψηλού σωματικού βάρους με την ανεπάρκεια και έλλειψη σε βιταμίνη D. Πιο συγκεκριμένα, οι παχύσαρκοι άνδρες και γυναίκες (ΔΜΣ>30: Παχυσαρκία)είχαν 75% πιθανότητες να έχουν ανεπάρκεια και περισσότερο από τις διπλάσιες να παρουσιάζουν έλλειψη, σε σχέση με τους νορμοβαρείς: φυσιολογικός ΔΜΣ (Σχήμα 2). Τέλος,όσον αφορά τη διαιτητική πρόσληψη της βιταμίνης D, τoσύνολο του πληθυσμού της μελέτης βρέθηκε να έχει πρόσληψη κάτω από τη συνιστώμενη εκτιμωμένη μέση απαίτηση (estimatedaveragerequirement, EAR).

Ολοένα και περισσότερες επιστημονικές πληροφορίες τονίζουν τη διατροφοεξαρτώμενη φύση των αυτοάνοσων νοσημάτων. Διατροφικές ανακαλύψεις επιβεβαιώνουν ότι ορισμένες θρεπτικές ουσίες μπορούν να συμβάλουν στην ουσιαστική αντιμετώπιση των αυτοάνοσων παθήσεων. Για το λόγο αυτό μελετήθηκε η ποιότητα διατροφικών των συνηθειών των ασθενών, με βάση το σταθμισμένο εργαλείο αξιολόγησης “Mediterranean Diet Assessment Tool”(MED), πριν και μετά από τη διάγνωση. Σύμφωνα με τις τρεις διαβαθμίσεις του MED(Ανεπαρκείς, Μέτριες και Ικανοποιητικές Διατροφικές Συνήθειες) τα αποτελέσματα ήταν τα ακόλουθα (Σχήμα 3):

Πριν από τη διάγνωση:

  • 62,5% Ανεπαρκείς Διατροφικές Συνήθειες
  • 31,3% Μέτριες Διατροφικές Συνήθειες
  • 6,2% Ικανοποιητικές Διατροφικές Συνήθειες

Μετά από τη διάγνωση:

  • 38,7% Ανεπαρκείς Διατροφικές Συνήθειες
  • 44,8% Μέτριες Διατροφικές Συνήθειες
  • 16,5% Ικανοποιητικές Διατροφικές Συνήθειες

Τα παραπάνω στοιχείαεπισημαίνουν ότι παρόλο που ένα σημαντικό μεν ποσοστό των ασθενών τροποποίησε προς το καλύτερο τις διατροφικές του συνήθειες (23,8%) μετά τη διάγνωση μία αυτοάνοσης διαταραχής, η μεγάλη πλειοψηφία (76,2%) παρέμεινε με μέτριες και ανεπαρκείς διατροφικές επιλογές.