Log in

Αλ. Τσίπρας: Εξαιρετικά κρίσιμη η αναθεώρηση του Συντάγματος

Ως κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την αναθεώρηση του Συντάγματος, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό.

Μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής, στο πλαίσιο της δεύτερης συζήτησης επί των προτάσεων για τις αλλαγές στο Σύνταγμα, ο Αλέξης Τσίπρας επέκρινε τα κόμματα της αντιπολίτευσης για τη στάση τους, απέναντι στη διαδικασία, κάνοντας λόγο για «φτηνά αντιπολιτευτικά παιχνίδια», για προσπάθεια υπονόμευσης και για προσπάθεια να σαμποτάρουν αυτήν την υπερώριμη μεταρρύθμιση.
«Εμείς αντίθετα εκτιμήσαμε ότι η αναθεώρηση αυτή είναι εξαιρετικά κρίσιμη(…), ειδικά τώρα που η χώρα μας εξέρχεται από μια ιδιότυπη κατάσταση εξαίρεσης που επιβλήθηκε μετά την χρεοκοπία του 2010. Μια κατάσταση στην οποία οι τίτλοι τέλους γράφτηκαν τον Αύγουστο του 2018», σημείωσε ο πρωθυπουργός.

«Η γενική φιλοσοφία της αναθεώρησης έχει αναπτυχθεί στο έδαφος των ερωτημάτων που έθεσε η κρίση, οι λαϊκές κινητοποιήσεις αλλά και η παγκόσμια οικονομική και θεσμική αρχιτεκτονική, που δημιουργεί όρους κατίσχυσης της βούλησης διεθνών και εξωθεσμικών κέντρων, έναντι της εκφρασμένης δημοκρατικής βούλησης του λαού», επεσήμανε ο Αλ. Τσίπρας.

Εξωθεσμικές πιέσεις

«Στην νέα φάση που έχει μπει η παγκόσμια οικονομία αλλά και το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, η βούληση του λαού γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να επηρεάσει τις ασκούμενες πολιτικές. Βρισκόμαστε σε μια εποχή, που ο κοινοβουλευτισμός και η δημοκρατική αρχή δέχεται διαρκώς πιέσεις από πολλαπλά κέντρα: Από τις αγορές χρήματος, από τις εντολές και τις παρεμβάσεις των Κεντρικών Τραπεζών, από δεκάδες ανεξάρτητες αρχές, από διεθνείς οργανισμούς και όργανα, που αγνοούν συνήθως την λαϊκή ετυμηγορία, για να επιβάλλουν  πολιτικές προκατασκευασμένες σε συνθήκες εργαστηρίου. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το κοινοβούλιο χρειάζεται να ενισχυθεί, παράλληλα με τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, ώστε και οι δύο αυτοί θεσμοί να μπορούν να αντιπαρέλθουν αποτελεσματικά πιέσεις, που ενίοτε φτάνουν στα όρια του εκβιασμού», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός.

«Οι προτάσεις για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από την διάλυση της Βουλής, η εποικοδομητική ψήφος εμπιστοσύνης, η υποχρέωση ο πρωθυπουργός να είναι υποχρεωτικά εκλεγμένο μέλος του Κοινοβουλίου και η κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος λειτουργούν ως σύνολο, ως αλληλοσυμπληρούμενες ρήτρες, που λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση, προς την ενίσχυση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και την προστασία των δημοκρατικών θεσμών από εξωγενείς παρεμβάσεις».

Εκλογή ΠτΔ

Για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, το κεντρικό ερώτημα της συζήτησης ήταν τελικά πρέπει, ως ύστατο καταφύγιο, να προσφεύγουμε στη λαϊκή ετυμηγορία ή θα πρέπει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να εκλέγεται από το Κοινοβούλιο, ακόμα και με απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών όπως θέλει η Νέα Δημοκρατία;

 «Η απλή πλειοψηφία αρκεί μόνο, εφόσον δεν έχουν τελεσφορήσει τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες, που απαιτούν αυξημένη πλειοψηφία, στη συνέχεια έχει διαλυθεί η Βουλή, έχει εκλεγεί νέα, άρα έχουμε μεσολάβηση εκλογών, ενώ στη συνέχεια και πάλι επιχειρείται να συγκεντρωθεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών. Αν και μόνο αν αυτή η τελευταία προσπάθεια αποτύχει, εκλέγεται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών. Η  διάλυση της Βουλής και η μεσολάβηση εκλογών δεν είναι μια τυχαία λεπτομέρεια. Είναι ο τρόπος που επιλέγει το Σύνταγμα να «εκβιάσει», αν θέλετε, τη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για το πρόσωπο του ΠτΔ, επειδή ακριβώς αυτός είναι ο επικεφαλής της Ελληνικής Δημοκρατίας και ρυθμιστής του πολιτεύματος», σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας.

«Εμείς, όμως, επιθυμούμε -και ορθώς- να αντιμετωπίσουμε αυτή την εκδοχή προκειμένου να διασφαλίσουμε ομαλό κυβερνητικό κύκλο τετραετίας. Οπότε προκρίνουμε την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από πιθανή διάλυση της Βουλής. Άρα πρέπει και εδώ να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός “εκβιασμού” της συναίνεσης κι αυτό κάνει η πρόταση μας, με τις διαδοχικές ψηφοφορίες και τελικά με την απευθείας εκλογή από το λαό, ως ύστατη καταφυγή εφόσον δεν επιτευχθεί η συναίνεση».

«Ο φόβος για προεδρική κατολίσθηση του πολιτικού μας συστήματος είναι παντελώς αβάσιμος, καθώς το πολίτευμα καθίσταται προεδρικό ή ημιπροεδρικό, όχι με βάση το τρόπο εκλογής, αλλά με βάση τις αρμοδιότητες του ΠτΔ. Αντίθετα με την πρόταση της Ν.Δ. για εκλογή του ΠτΔ με 151 βουλευτές, νοθεύεται ο μηχανισμός επίτευξης συναίνεσης, που πρέπει να επιτάσσει το Σύνταγμα, στο βαθμό που στο πρόσωπο του ΠτΔ θέλουμε τον εκφραστή της ενότητας του έθνους και τον ρυθμιστή του πολιτεύματος. Και θα καταλήγουμε σε έναν διορισμένο - τοποτηρητή της εκάστοτε συγκυριακής απλής πλειοψηφίας της Βουλής» επεσήμανε ο πρωθυπουργός.

Σύμφωνα με τον Αλέξη Τσίπρα, το πρόβλημα της Ν.Δ. με τη διαδικασία εκλογής του ΠτΔ είναι «απόλυτα ιδιοτελές και καιροσκοπικό», καθώς πηγάζει από την επιθυμία, αν τυχόν κερδίσει τις επόμενες εκλογές, να μπορούν να εκλέξουν ΠτΔ με 151 ψήφους, το 2020, κάτι που αποτελεί «αποθέωση του πολιτικού καιροσκοπισμού, που εργαλιοποιεί ακόμη και τη Συνταγματική μεταρρύθμιση».

Υπόλοιπες προτάσεις 

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, στην ίδια γενική φιλοσοφία για την νέα αρχιτεκτονική του πολιτεύματος υπακούουν και οι υπόλοιπες προτάσεις της κυβέρνησης, για την κατοχύρωση του λαϊκού δημοψηφίσματος, τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και το υποχρεωτικό δημοψήφισμα, σε περίπτωση διεθνούς σύμβασης, που παραχωρεί κυριαρχικές αρμοδιότητες της κράτους σε διεθνή οργανισμό.

Πρόκειται για «ένα πάγιο λαϊκό αίτημα, που ήρθε στην επιφάνεια στα πρώτα σκοτεινά χρόνια των Μνημονίων», σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην «κατάργηση της κατάπτυστης διάταξης για την ευθύνη των υπουργών, που τόσο ήθελε να αποφύγει η Νέα Δημοκρατία, κάτι που εξηγεί και τις παλινωδίες της κατά την έναρξη της διαδικασίας αλλά και με τη θεσμοθέτηση των θητειών των βουλευτών και τον περιορισμό της ασυλίας τους, αποκλειστικά σε αδικήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντα τους».

«Επιχειρούμε να δημιουργήσουμε τους όρους για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, να καταπολεμήσουμε στον πυρήνα τους το πελατειακό κράτος και την οικογενειοκρατία, να διαμορφώσουμε το έδαφος για την αναγέννηση της πραγματικής πολιτικής. Με την πρόταση μας για την κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους και την υποχρεωτικότητα του πολιτικού όρκου, κάνουμε ένα υπερώριμο και αναγκαίο βήμα για τον εξορθολογισμό των σχέσεων της εκκλησίας με το κράτος», σημείωσε ο πρωθυπουργός.

Διαχωριστικές γραμμές

Σύμφωνα με τον Αλέξη Τσίπρα, «γίνονται απολύτως σαφείς οι πολιτικές διαχωριστικές γραμμές, τα ανταγωνιστικά κοινωνικά και οικονομικά σχέδια για τη χώρα και για τους πολίτες» από τις προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος. 

«Η πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ είναι εμβληματική, διότι έρχεται να αντιστρέψει τη διεθνή τάση χαλάρωσης της κοινωνικής προστασίας, η οποία δεν είναι καθόλου συμβολική, αλλά αντιθέτως έχει άμεσες και σημαντικές κανονιστικές συνέπειες. Και είναι λογικό, η Νέα Δημοκρατία να προσπαθεί είτε να υποβαθμίσει, είτε να αντιπαρατεθεί ανοιχτά σε αυτό το μεγάλο εγχείρημα» σημείωσε ο πρωθυπουργός.

«Είναι λογικό να αντιπαρατίθεται (σ.σ. η Ν.Δ.) στη συνταγματική κατοχύρωση της δωρεάν και καθολικής πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και για τους ανασφάλιστους πολίτες, διότι οραματίζεται την υγεία ως πεδίο κερδοφορίας μεγάλων ιδιωτικών ομίλων. Είναι λογικό να αντιπαρατίθεται στην ενίσχυση της συνταγματικής προστασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, διότι θέλει να επανεκκινήσει τη διαδικασία απορύθμισης της αγοράς εργασίας και να επιβάλλει εκ νέου τη συνθήκη της εργασιακής ζούγκλας. Είναι λογικό να μην επιθυμεί την κατοχύρωση του δημόσιου ελέγχου στις υποδομές ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, διότι επιδιώκει την παραχώρηση τους σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αγνοώντας τόσο τα διδάγματα από παρόμοια εγχειρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, που οδήγησαν στην απαξίωση των δικτύων,  όσο και τη σύγχρονη τάση να επιστρέφουν τα δίκτυα σε δημόσιο έλεγχο ακόμα και σε χώρες πρωτοπόρους στην νεοφιλελεύθερη απορύθμιση», ανέφερε ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι με αφορμή την αναθεώρηση του Συντάγματος «δεν έχουμε τη σύγκρουση απλώς δύο πολιτικών δυνάμεων(…), έχουμε να κάνουμε με τη σύγκρουση δύο κόσμων, δύο υπαρκτών τάσεων μέσα στην κοινωνία. Από τη μια πλευρά, την τάση που επιδιώκει την ενίσχυση του αυταρχισμού, την απαξίωση των δημόσιων αγαθών, την υποταγή της πολιτικής στους τεχνοκράτες και την ελίτ, την ανάθεση της διεύθυνσης των κοινωνιών στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, την τάση που πολιτικά εκφράζει σήμερα η Ν.Δ. Και από την άλλη πλευρά έχουμε την κοινωνική τάση, που επιδιώκει την ενίσχυση της Δημοκρατίας και της λαϊκής παρέμβασης, την ενισχυμένη προστασία των κοινών αγαθών και των κοινωνικών δικαιωμάτων, την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης στον κοινοβουλευτισμό και την άμεση εμπλοκή του λαού στη λήψη των αποφάσεων. Την τάση, δηλαδή, που πολιτικά εκφράζεται σήμερα από τον ΣΥΡΙΖΑ».

«Ο ελληνικός λαός έχει πάρει θέση. Πήρε θέση το 2012, όταν ανέτρεψε τη δικομματική συνθήκη στην Ελλάδα. Πήρε θέση το 2015, όταν επέλεξε την μεγάλη πολιτική ανατροπή. Θα πάρει θέση και το 2019. Δεν θα επιτρέψει την παλινόρθωση του παλιού πολιτικού κατεστημένου. Ο λαός και ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθαν για να μείνουν. Και θα μείνουν» κατέληξε ο Αλέξης Τσίπρας.