Log in

Ελληνικές επιχειρήσεις: Γιατί χάνουν πάνω από 13 δισ. ευρώ τα τελευταία χρόνια

Σε μια κοινωνία που συνεχώς… γηράσκει, αντί να γεννάει,  η επιχειρηματικότητα που αναπτύσσεται γύρω από τους ανθρώπους 60+ διογκώνεται τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο. Η Ελλάδα, ωστόσο, φαίνεται πως είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, ένα από τα κράτη με τις μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες, καθώς οι επιχειρηματίες δεν δείχνουν διατεθειμένοι να εκμεταλλευθούν, όσο θα μπορούσαν, αυτή την ιδιαίτερη ευκαιρία για κέρδη.

Γράφει η: 

Λίγα χρόνια νωρίτερα, πριν η οικονομική κρίση επιδράσει καταλυτικά στα εισοδήματα, το δυναμικό καταναλωτικό κοινό ήταν αυτό ανάμεσα στις ηλικίες 25-44: Άνθρωποι νέοι, μορφωμένοι, με καλοπληρωμένες δουλειές, οι οποίοι μπορούσαν να ξοδεύουν πολλά σε αναψυχή και ψυχαγωγία.

Η νέα τάση, κυρίως στην Ευρώπη αλλά ερχόμενη με ταχείς ρυθμούς και στην χώρα μας, είναι αυτή που θέλει τους μεγαλύτερους σε ηλικία, άνω των 60-65, να παίρνουν τα ηνία στην κατανάλωση, επιζητώντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες, κυρίως στους κλάδους του τουρισμού και της υγείας.

Το προφίλ του Ευρωπαίου εξηντάρη

Επί της ουσίας, μια ολόκληρη αγορά ανθρώπων, άνω των 60-65 που έχουν να διαθέσουν χρήματα για ταξίδια και διασκέδαση στη χώρα μας, ανοίγεται τα τελευταία χρόνια στους επιχειρηματίες.

 Σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα της dianeosis, ο μέσος Ευρωπαίος εκτιμάται ότι θα παραμείνει υγιής και δραστήριος για 8,3 έτη μετά την ηλικία των 65 ετών, άρα αυτό σημαίνει ότι θα μπορεί και να καταναλώσει αντίστοιχα σε όλη τη διάρκεια αυτών των ετών.

Εξάλλου, άλλες μελέτες που συνδέουν την γήρανση του πληθυσμού με τις δραστηριότητες στην Ευρώπη καταδεικνύουν ότι πλέον οι ηλικιωμένοι ταξιδεύουν όλο και περισσότερο. Μάλιστα, οι άνω των 65 ετών συνιστούν τη μόνη πληθυσμιακή ομάδα στην Ευρώπη που αυξάνει και τον αριθμό των ταξιδιών της και την ταξιδιωτική δαπάνη!

Πιο υγιείς και… ορεξάτοι

Την ίδια στιγμή, πλέον οι 65+ είναι πιο υγιείς σε σχέση με το παρελθόν, πιο ευκατάστατοι από ό,τι οι νεότεροι, αφού έχουν ήδη φροντίσει για την αποταμίευσή τους, λαμβάνουν κάθε μήνα την σύνταξή τους και ταξιδεύουν πιο συχνά.

Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, ότι σε αντίθεση με τους πιο νέους σε ηλικία, επιλέγουν πιο μακρινούς προορισμούς στους οποίους διαμένουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, παρά τους δημογραφικούς δείκτες που τους ευνοούν, οι άνθρωποι άνω των 65 χρειάζονται κάποιες επιπλέον υπηρεσίες σε σχέση με τους πιο νέους ανθρώπους που συνδέονται με ζητήματα υγείας και πρόνοιας, καθώς το 46% όσων ατόμων είναι άνω των 60 υποφέρουν μια μορφή ανικανότητας.

Παράλληλα, η πλειοψηφία των ατόμων άνω των 65 πάσχουν από κάποιο χρόνιο νόσημα, το οποίο χρειάζεται την ειδική του φροντίδα, ενώ είναι άνθρωποι που απαιτούν υπηρεσίες καλής ποιότητας.

Τα ατού της Ελλάδας

Η χώρα μας είναι από τις πρώτες χώρες στόχους για το συγκεκριμένο κοινό. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η Ελλάδα συνιστά ήδη μια μεγάλη και δομημένη τουριστική αγορά, ενώ διαθέτει πολλούς και καλούς γιατρούς που μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των επισκεπτών. Την ίδια στιγμή είναι μια ασφαλής χώρα, με μεγάλο ποσοστό γλωσσομαθών κατοίκων, διαθέτει ελκυστικά τουριστικά αξιοθέατα, αλλά και υψηλό επίπεδο ποιότητας ζωής.

Επίσης, σε πρόσφατη έρευνα της InterNations, η Ελλάδα τοποθετήθηκε το 2017 μεταξύ των 10 κορυφαίων ηλιόλουστων χωρών που επιλέγει κάποιος για να ζήσει μόνιμα, ενώ είναι για τους περισσότερους σχετικά οικονομική χώρα.

Και οι… αδυναμίες

Παράλληλα με τα πλεονεκτήματα, η χώρα μας, όμως, διαθέτει και πολλές αδυναμίες και προβλήματα που δεν έχουν επιλυθεί, όπως π.χ. η κακή ποιότητα υποδομών, ειδικά για άτομα που αντιμετωπίζουν ζητήματα κινητικότητας.

Επιπρόσθετα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται ότι η χώρα μας παρά την πρόοδό της, παρέχει ακόμα  κακές υπηρεσίες Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, ενώ έχει και ελλείψεις στο προσωπικό και κακή οργάνωση στο δημόσιο σύστημα υγείας.

Το πεδίο, επίσης, είναι λίγο θολό για όποιον θέλει να αγοράσει ακίνητο στην Ελλάδα, καθώς  τα εμπόδια για επενδύσεις σε οικιστικά συγκροτήματα όπως η γραφειοκρατία και οι χωροταξικοί κανονισμοί εξακολουθούν να παραμένουν μεγάλα.

Την ίδια στιγμή, μόνο το 6,1% των ελληνικών ξενοδοχείων είναι σε θέση να προσφέρουν κάποια μορφή στοιχειώδους ιατρικής φροντίδας εντός των εγκαταστάσεών τους.