Log in

Πρίνος: Δώστε μας λεφτά και πάρτε την εταιρία

Τη χρηματοδότηση της επένδυσης του Πρίνου με βάση το μοντέλο «Lufthansa» εξετάζει η κυβέρνηση, καθώς η διαχειρίστρια εταιρία Energean έχει διαμηνύσει στην κυβέρνηση ότι δεν προτίθεται να συνεχίσει τη χρηματοδότηση του Πρίνου επί ζημία και ότι θα πρέπει να υπάρξει άμεσα χρηματοδότηση για να μην κλείσουν τα πηγάδια και σταματήσει η παραγωγή.

Γράφει ο: 

Ήδη με δηλώσεις του ο υπουργός ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης έχει σημειώσει ότι η ζημιά έγινε όχι λόγω του κορονοϊού αλλά λόγω της μεγάλης πτώσης στην τιμή του πετρελαίου και ανέφερε πως η κυβέρνηση παρακολουθεί τις εξελίξεις, ενώ εκτίμησε ότι δεν θα χρειαστεί να υπάρξει παρέμβαση καθώς η τιμή έχει αρχίσει πάλι να αυξάνεται.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η εφαρμογή του μοντέλου «Lufthansa» είναι ένα από τα σενάρια που εξετάζει η κυβέρνηση για την περίπτωση του Πρίνου και ίσως το μόνο ρεαλιστικό, δεδομένου ότι είναι δύσκολο να βρεθούν τα αναγκαία κεφάλαια κίνησης για να κρατηθεί το κοίτασμα ζωντανό με δανεισμό, καθώς η δραστηριότητα του Πρίνου δεν πληροί τα απαιτούμενα τραπεζικά κριτήρια.

Η παραγωγή του Πρίνου είχε καταστεί ζημιογόνος πολύ νωρίτερα από την υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου, υποχρεώνοντας την Energean να περικόψει κατά 80 εκατ. δολάρια το επενδυτικό της πρόγραμμα. Το 2019 ο Πρίνος, με μειωμένη παραγωγή στα 3.300 βαρέλια σε σύγκριση με τα 4.000 βαρέλια του 2018, επιβάρυνε την Εnergean με λειτουργικές ζημίες 70 εκατ. δολαρίων.

Oι χαμηλές τιμές πετρελαίου έδωσαν τη χαριστική βολή στο πολυδάπανο κοίτασμα του Πρίνου, με κόστος εξόρυξης στα 21,5 δολάρια το βαρέλι, όταν για παράδειγμα το αντίστοιχο κόστος στην Αίγυπτο είναι κάτω από τα 3 δολάρια. Η παραγωγή μάλιστα πωλείται στην ΒP βάσει μακροχρόνιας σύμβασης με την Εnergean, που διαχειρίζεται το κοίτασμα του Πρίνου, με έκπτωση 7-8 δολάρια κάτω από τη διεθνή τιμή, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας του αργού σε θείο. Το τελευταίο φορτίο που αγοράστηκε από την BP πληρώθηκε προς 9 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή 60% κάτω του κόστους παραγωγής.

Η κυβέρνηση δεσμεύθηκε στη Βουλή την περασμένη εβδομάδα, διά του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Γεράσιμου Θωμά, για τη συνέχιση της αδιάλειπτης παραγωγής του Πρίνου και τη διασφάλιση των 270 θέσεων εργασίας στο κοίτασμα.

Καθοριστική για την πορεία των διαπραγματεύσεων με την Εnergean θα είναι η τηλεδιάσκεψη που θα πραγματοποιηθεί μέσα στην εβδομάδα με τα συναρμόδια υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών.

Η κυβέρνηση θα προσέλθει στην τηλεδιάσκεψη με πρόθεση επίλυσης του προβλήματος στο νέο πλαίσιο της Κομισιόν για τις κρατικές ενισχύσεις, το οποίο παρέχει ευελιξία, αλλά και του ευρύτερου πλαισίου σχέσεων και συμβατικών υποχρεώσεων της Εnergean με το Δημόσιο, δηλαδή και των παραχωρήσεων των κοιτασμάτων στα Ιωάννινα και στο Κατάκολο.

Η Εnergean φέρεται να επιδιώκει συμμετοχή του Δημοσίου μέσω της έκδοσης προνομιούχων μετοχών. Η κυβέρνηση από την πλευρά της κοιτάζει και άλλες εναλλακτικές, όπως η χορήγηση κεφαλαίων μέσω μετατρέψιμων ομολόγων.

Το 1972 είχαμε τις πρώτες γεωτρήσεις στη Θάσο, όπου ανακαλύφθηκε το 1973, στη θαλάσσια περιοχή της, το πρώτο εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα, από την εταιρία «Οσεάνικ» («Oceanic»). Η παραγωγή άρχισε το 1981, με 30 χιλιάδες βαρέλια πετρέλαιο την ημέρα.

Η εκμετάλλευση παραχωρήθηκε στην «Κοινοπραξία Πετρελαίων Βορείου Αιγαίου» - NAPC («North Aegean Petroleum Corporation»), στην οποία συμμετείχαν οι εταιρίες «Πετρόλεουμ Κορπορέισον» («Petroleum Corporation»), στην οποία πάλι συμμετείχαν οι εταιρίες «Ντένισον Μάινς» («Denison Mines» - διαχειριστής), «Χελένικ» («Hellenic»), «Γουάιτ Σάιλντ» («White Shield») και «Ποσιντόν» («Poseidon»).

To κοίτασμα ανακαλύφθηκε το 1976, ενώ η παραγωγή του από την κοινοπραξία της καναδικής Denison ξεκίνησε το 1981 και αναπτύχθηκε σταδιακά καλύπτοντας την περίοδο 1982-1990 σχεδόν το 30% των μέσων αναγκών της χώρας. Το 1998, η κοινοπραξία της Denison αποχωρεί, καθώς η ελληνική κυβέρνηση δεν εκδίδει τις απαιτούμενες άδειες για τις ερευνητικές δραστηριότητες στην περιοχή «Μπάμπουρας» ανατολικά της Θάσου, λόγω της κρίσης που έχει προκληθεί στις σχέσεις με την Τουρκία.

Με την αποχώρηση της κοινοπραξίας, το 1998, και για μια δεκαετία η παραγωγή και οι έρευνες υποχωρούν, ενώ στο επιχειρηματικό σκέλος επικρατεί πλήρης αδιαφάνεια που ξεκινάει με την ανάθεση με νόμο το 1999 της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος στην Κavala Oil, κοινοπραξία του συνεταιρισμού εργαζομένων στον Πρίνο, και της εταιρείας «Ευρωτεχνική», που είχε αναλάβει τη συντήρηση των εγκαταστάσεων. Το 2002 η «Ευρωτεχνική» μεταβίβασε τις μετοχές της στην Kavala Oil (67%) στη Regal Petroleum με έδρα το Λονδίνο, τον έλεγχο της οποίας είχε ο αμφιλεγόμενος Ρουμάνος επιχειρηματίας Frank Timis.

H Regal Petroleum αποχώρησε το 2006 από την κοινοπραξία εν μέσω σκανδάλων και ενώ στο μεταξύ οι χρηματιστηριακές αρχές του Λονδίνου την κατηγόρησαν για χειραγώγηση της μετοχής λόγω ψευδών ειδήσεων για το κοίτασμα του Πρίνου. Τον Δεκέμβριο του 2007, τις μετοχές της «Ευρωτεχνικής» εξαγόρασε η Εnergean, η οποία επενδύοντας μέχρι σήμερα περί τα 460 εκατ. ευρώ ανέπτυξε σειρά ερευνητικών προγραμμάτων ανακαλύπτοντας νέες ποσότητες απολήψιμου πετρελαίου.

Ο Πρίνος χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές από την πολιτεία για τη δημιουργία και καλλιέργεια κλίματος δήθεν αντιμονοπωλιακού και προάσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων (Ν. 1701/87). Πίσω όμως από κάθε νέα ρύθμιση κρυβόταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εταιριών του ΠΡΙΝΟΥ.

Η διαχείριση του Πρίνου κρατήθηκε μακριά από τη δημοσιότητα. Αποτέλεσε εφτασφράγιστο μυστικό καλά ελεγχόμενο και ελάχιστα διέρρευσαν όλα αυτά τα χρόνια Τα εντεταλμένα όργανα ή δεν ασκούσαν κανέναν έλεγχο ή αν τύχαινε να ασκήσουν αυτός αξιοποιόταν πολιτικά.