Log in

Η σκυτάλη για εξεύρεση λύσης στο SPD – Kρίσιμη συνάντηση Στάινμαγιερ-Σουλτς

Στη σημερινή συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγιερ με τον ηγέτη των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Μάρτιν Σουλτς, στρέφονται οι ελπίδες όλων για άρση του πολιτικού αδιεξόδου που έχει δημιουργηθεί στη Γερμανία. Είναι, άλλωστε, σαφές ότι οι πιέσεις προς το SPD τόσο από παράγοντες της χώρας όσο και από την υπόλοιπη Ευρώπη έχουν κλιμακωθεί.

Γράφει η: 

Σε δηλώσεις του στο Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων (dpa), λίγο πριν την κρίσιμη συνάντηση με τον Στάινμαγιερ, ο Μάρτιν Σουλτς εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες «θα βρούμε μία καλή λύση για τη χώρα» και διαβεβαίωσε ότι «το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) έχει απόλυτη συνείδηση της ευθύνης του, στην παρούσα δύσκολη συγκυρία».

Θυμίζουμε ότι μετά το εκλογικό φιάσκο του Σεπτεμβρίου, το SPD είχε αρνηθεί να παρατείνει την συγκυβέρνηση με τη Δεξιά, θεωρώντας ότι ο ρόλος του ως «δεκανίκι» των Χριστιανοδημοκρατών έπληξε την εικόνα του και την σχέση του με τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του.

Οπότε επέλεξε να στρέψει την προσοχή του στην ανασυγκρότηση του κόμματος. Όμως, οι αιφνίδιες αρνητικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών με την αποτυχία της τριμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών/ Χριστιανοκοινωνιστών, Φιλελευθέρων και Πράσινων για το σχηματισμό κυβέρνησης έφεραν την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών προ των ευθυνών της.

Ντόπιοι αξιωματούχοι, παράγοντες της αγοράς, αλλά και φωνές της Ευρώπης κάλεσαν τους Σοσιαλδημοκράτες να επανεξετάσουν τη στάση τους, για το καλό της Γερμανίας και της σταθερότητας της Ε.Ε. Και παρά το γεγονός ότι τόσο ο Σουλτς, όσο και ανώτατα κομματικά στελέχη, όπως η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Αντρέα Νάλες, έχουν εμφανιστεί να επιμένουν στην άρνηση τους να επανέλθουν σε ένα μεγάλο συνασπισμό, η συσσώρευση της πίεσης έχει αρχίσει να δημιουργεί ρωγμές στη μέχρι τώρα ενιαία γραμμή του κόμματος.

Σύμφωνα με τον γερμανικό Τύπο, τουλάχιστον 30 βουλευτές (από τους 153 του κόμματος) έθεσαν επισήμως ζήτημα επανεξέτασης του «όχι» προς την κυρία Μέρκελ. Λέγεται επίσης ότι ανάμεσα σε αυτούς που πιέζουν παρασκηνιακά σε αλλαγή στάσης είναι και ο νυν αντικαγκελάριος και προκάτοχος του Σουλτς στην ηγεσία του SPD, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Όμως, το μέγα ερώτημα είναι αν αυτό θα είναι αρκετό.

Πάντως, διόλου τυχαία από χθες έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν εναλλακτικά σενάρια έμμεσης στήριξης των συντηρητικών από το SPD, χωρίς την επίσημη αναβίωση του μεγάλου συνασπισμού. Πως θα γίνει αυτό; Με την παροχή ψήφου ανοχής (προφανώς κατόπιν συγκεκριμένων εγγυήσεων) σε μια κυβέρνηση μειοψηφίας των συντηρητικών της κυρίας Μέρκελ με τους Πράσινους.

Η προοπτική αυτή δεν είναι ιδανική, αλλά ενδεχομένως να είναι καλύτερη από μια άμεση επαναληπτική κάλπη, που δεν είναι απαραίτητο ότι θα δώσει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα ή ένα αποτέλεσμα που θα καταστήσει πιο εύκολο τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Το σενάριο αυτό βασίζεται στο γεγονός ότι Χριστιανοδημοκράτες και Πράσινοι, φαίνεται να τα είχαν... βρει στις διαπραγματεύσεις του τελευταίου μήνα, που κατέρρευσαν την Κυριακή λόγω της άκαμπτης στάσης των Φιλελευθέρων. Και βέβαια οι Σοσιαλδημοκράτες, από την πλευρά τους, είναι δεδομένα συμβατοί με τους μέχρι πρόσφατα συντηρητικούς εταίρους τους σε θέματα Ευρώπης, δημοσιονομικής πολιτικής και Προσφυγικού. Άρα μπορούν να παρέχουν ψήφο ανοχής στα βουλευτικά έδρανα, στα κρίσιμα αυτά ζητήματα, απομακρύνοντας την ανάγκη μιας νέας κάλπης τους επόμενους μήνες.

Βεβαία, το ερώτημα του αν ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να μακροημερεύσει, είναι κάτι που ουδείς μπορεί να απαντήσει. Προφανώς η κυρία Μέρκελ δεν θα έχει τον απόλυτο έλεγχο, όπως μέχρι τώρα και σίγουρα αυτό δεν θα της αρέσει. Ταυτόχρονα, όμως, θα μπορεί ενδεχομένως να περάσει πιο εύκολα από τη βουλή μεταρρυθμίσεις για ευρωπαϊκά θέματα, στις οποίες η πιο σκληρή πτέρυγα των Χριστιανοδημοκρατών αντιδρά, βασιζόμενη στους μετριοπαθείς Πράσινους και τους φιλευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά παραμένουν για την ώρα σενάρια. Και αν ο Μάρτιν Σουλτς επιμείνει να μην στηρίξει την Άνγκελα Μέρκελ (και πείσει, βέβαια, και το κόμμα του να επιμείνει στο «όχι»), η προσφυγή σε νέες κάλπες θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφευχθεί.