Log in

Το ραντεβού του Τζάκσον Χολ και ο χρησμός του Τζερόμ Πάουελ

Οι αγορές το έχουν βαφτίσει το Νταβός του καλοκαιρού. Σε ένα ανάλογο ειδυλλιακό ορεινό τοπίο, στα Βραχώδη Όρη του Γουαιόμινγκ, οι διεθνείς κεντρικοί τραπεζίτες μαζεύονται σταθερά εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια για να συζητήσουν μέσα στη φύση και τον καθαρό αέρα όλες τις προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, εν όψει και της έναρξης της φθινοπωρινής περιόδου. Το ίδιο θα κάνουν και φέτος, στο συμπόσιο που ξεκινά σήμερα και ολοκληρώνεται το Σάββατο. 

Γράφει η: 

Ειδικά τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, το οικονομικό συμπόσιο της Federal Reserve Bank of Kansas, στο υπερπολυτελές θέρετρο του Τζάκσον Χολ, έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Και αυτό έχει να κάνει με τον στρατηγικό ρόλο που βρέθηκαν να παίζουν οι κεντρικοί τραπεζίτες (θέλοντας και μη), ως πυροσβέστες και διασώστες των αγορών, καλύπτοντας τα κενά και τις ανεπάρκειες της πολιτικής ηγεσίας. 

Δεν είναι τυχαίο πως από ‘δω, πριν από πέντε χρόνια, ο Μάριο Ντράγκι στην ομιλία του ανήγγειλε ουσιαστικά το κολοσσιαίο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της EKT, προσφέροντας διέξοδο και ανάσα στις λαβωμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Όπως, δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη φορά υπάρχουν υψηλές προσδοκίες για τα όσα θα πει ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, δεδομένου πως η κατεύθυνση που θα δώσει η ναυαρχίδα της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας θα επηρεάσει όλη την υφήλιο, τις διεθνείς αγορές, αλλά και την τακτική των έτερων μεγάλων κεντρικών τραπεζών.

Ο τίτλος του φετινού συμποσίου που αναφέρεται στις προκλήσεις της νομισματικής πολιτικής παραπέμπει από μόνος του στα διλήμματα που ταλανίζουν τους διεθνείς τραπεζίτες. 

Η οικονομία παγκοσμίως δεν πηγαίνει καλά. Δεν έχει μεν φτάσει στο χείλος μιας νέας ύφεσης, όμως περιστοιχίζεται από συστημικές απειλές που μπορούν εύκολα να την φτάσουν στο σημείο αυτό: η ανοιχτή κόντρα ΗΠΑ-Κίνας, που πέρα από το εμπορικό πεδίο έχει επεκταθεί σε πολιτικό και συναλλαγματικό, η αποδυνάμωση της γερμανικής οικονομίας, κυρίως λόγω της πίεσης που δέχεται η εξαγωγική της μηχανή, η πιθανή εξέλιξη του Brexit σε άτακτο διαζύγιο, ο φόβος μιας νέας σοβαρής κρίσης στην Αργεντινή, η ανοιχτή πληγή του Ιράν που μπορεί να προκαλέσει ανάφλεξη στην περιοχή και να προκαλέσει νέα πετρελαϊκή κρίση είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα.

Η πίεση αυτή έχει, ήδη, οδηγήσει τις κεντρικές τράπεζες να αντιδράσουν με μέτρα στήριξης και χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Η Fed μείωσε για πρώτη φορά εδώ και έντεκα χρόνια τα επιτόκια της, όπως και αρκετές ακόμη κεντρικές τράπεζες διεθνώς, ενώ παράθυρο για νέα χαλάρωση και ίσως και νέο QE άφησε η ΕΚΤ (με τις αποφάσεις να αναμένονται ήδη από το συμβούλιο του Σεπτεμβρίου). 

Όμως, η πρόκληση για τους τραπεζίτες είναι ότι τα παραδοσιακά τους πολεμοφόδια έχουν σχεδόν εξαντληθεί με αποτέλεσμα να πρέπει να αναζητήσουν να βγάλουν… λαγό από το καπέλο τους, αν ο τρόμος της ύφεσης, ο μη γένοιτο, επιστρέψει. Για παράδειγμα, στην Ιαπωνία τα επιτόκια είναι ήδη αρνητικά, που σημαίνει ότι τα περιθώρια περαιτέρω χαλάρωσης είναι στενά.

Το κυριότερο βέβαια ζήτημα παραμένει η Fed και τα αμερικανικά επιτόκια. Δεδομένου ότι από την περικοπή των αμερικανικών επιτοκίων, τον περασμένο μήνα, μεσολάβησε ο εκτροχιασμός των σινοαμερικανικών σχέσεων που έστειλε τα παγκόσμια χρηματιστήρια στα… τάρταρα, οι αγορές και όχι μόνο ελπίζουν ότι η Fed θα αποφασίσει να υιοθετήσει πιο επιθετική νομισματική στρατηγική για να προλάβει τα χειρότερα και να ανακόψει την κατρακύλα. Ενδεικτικά με μια μεγαλύτερη από την αναμενόμενη μείωση στο συμβούλιο του Σεπτεμβρίου κατά 50 αντί για 25 μονάδες βάσης.

Υπό την έννοια αυτή, η ομιλία του κυρίου Πάουελ, αύριο Παρασκευή, θα είναι το γεγονός του συμποσίου, με όλους να αναμένουν με αγωνία περισσότερα στοιχεία για τις προθέσεις και τα επόμενα βήματα της Fed.

O Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του επιθυμεί διακαώς μια ταχύτερη απομείωση των επιτοκίων και δεν το έχει κρύψει θέλοντας να τονώσει με κάθε τρόπο την οικονομική ανάπτυξη (ένα χρόνο και πριν τις προεδρικές εκλογές), όμως για τη Fed και τις έτερες κεντρικές τράπεζες το πόσο… μακριά μπορούν να πάνε εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, με πρώτο και κυριότερο τον πληθωρισμό.

Οι ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν από τις κεντρικές τράπεζες είναι δύσκολες. Το ξέρουν οι ίδιες, το ξέρουν και οι αγορές.