Log in

Covid 19: Μία «κορώνα» που θα μας καθίσει στο… σβέρκο

Με την επέλαση του κορονοϊού να συνεχίζεται με αδιάκοπο ρυθμό, εκτοξεύοντας τον αριθμό των κρουσμάτων πάνω από τα 18 εκατ. παγκοσμίως και τις ειδήσεις τόσο από το επιστημονικό όσο και από το οικονομικό πεδίο να παραμένουν δυσοίωνες, οι προσδοκίες για ένα καλύτερο δεύτερο εξάμηνο έχουν αρχίσει να ξεθωριάζουν.

Γράφει η: 

 Άλλωστε, ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Τέντρος Αντχανόμ Γκεμπρεγεσούς, δεν… μάσησε τα λόγια του, προειδοποιώντας -προ ημερών- το διεθνές κοινό πως ο κορονοϊός, όχι μόνο ήρθε για να μείνει, αλλά και πως πιθανότατα να μην βρεθεί καν λύση! «Δεν υπάρχει λύση και ίσως να μην υπάρξει ποτέ» τόνισε χαρακτηριστικά, σχολιάζοντας την κούρσα που μαίνεται για διάφορες θεραπείες ή και το περίφημο εμβόλιο. Και για τον λόγο αυτό προειδοποίησε ευθαρσώς τη διεθνή κοινότητα πως μπορεί να βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να πρέπει να αντιμετωπίσει τις κάθε είδους συνέπειες, σε υγειονομικό και οικονομικό επίπεδο, επί δεκαετίες!

Σχεδόν ταυτόχρονα τον γύρο του κόσμου έκανε η είδηση πως σε περιοχή του Βιετνάμ εντοπίστηκε ένα νέο στέλεχος του ιού, που είναι ακόμη πιο μεταδοτικό και ήδη έχει οδηγήσει σε σοβαρή αναζωπύρωση της πανδημίας. 

Οι μεταλλάξεις

Οι μεταλλάξεις του ιού, αλλά και οι πολλές άγνωστες πτυχές της δράσης του, είναι ο βασικότερος λόγος που οι επιστήμονες παραμένουν επιφυλακτικοί για τη δυνατότητα εξεύρεσης ενός αποτελεσματικού μείγματος θεραπείας, πόσο μάλλον ενός εμβολίου και, δη, σχετικά γρήγορα.

Για παράδειγμα, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, αναλύοντας δείγματα αίματος ασθενών που ανέρρωσαν, διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα αντισωμάτων, τα οποία ευθύνονται για τη μακροχρόνια ανοσία, ήταν μεν ψηλά κατά τον πρώτο μήνα μόλυνσης, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να πέφτουν. Αντιστοίχως, Αμερικανοί ερευνητές εντόπισαν πως πολλοί ασθενείς, με ήπια συμπτώματα, δεν ανέπτυξαν καν επαρκή αντισώματα του ιού. Κοινώς, αν η ίδια η μόλυνση δεν παρέχει απαραιτήτως επαρκή ανοσία, τότε πως θα προσφέρει ανοσία ένα εμβόλιο; 

Το μετά-Covid σύνδρομο

Ένα ακόμη τεράστιο κεφάλαιο που έχει αρχίσει να απασχολεί στοχευμένα πολλές επιστημονικές ομάδες έχει να κάνει με τις μεσοπρόθεσμες και μακροχρόνιες παρενέργειες του Covid-19, που αντιστοίχως επηρεάζει τόσο την έρευνα για την αναζήτηση θεραπειών όσο και την έρευνα για το εμβόλιο.

Είναι, δε, ένα πολύ σοβαρό ζήτημα και για πολιτικο-οικονομικούς λόγους, καθώς οι συνέπειες στους ασθενείς αλλάζουν ριζικά τη ζωή τους, προσθέτοντας επιπλέον πίεση στην αγορά εργασίας, τα συστήματα υγείας και τα ασφαλιστικά ταμεία. Βεβαίως, είναι ακόμη νωρίς για να υπάρχει σαφής εικόνα, όμως τα πρώτα στοιχεία είναι λίαν ανησυχητικά!

Πραγματικά, με την πανδημία να «τρέχει» πλέον εδώ και πάνω από ένα εξάμηνο και εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν νοσήσει και να έχουν -τουλάχιστον θεωρητικά- αναρρώσει, οι επιστήμονες αρχίζουν σταδιακά να διαπιστώνουν τη σοβαρότητα και το εύρος αυτού που έχει ονομαστεί ως «post-Covid syndrome», ήτοι μετά-Covid σύνδρομο. Κοινώς εκατομμύρια νοσούντες, παρά την ανάρρωσή τους από την πρώτη φάση της ασθένειας, συνεχίζουν να παρουσιάζουν μία πλειάδα από συμπτώματα, άλλα ελαφριά άλλα αρκετά σοβαρά, για εβδομάδες ή και μήνες μετά την αποθεραπεία τους. Αποτέλεσμα αυτού, τα άτομα αυτά, που πολλές φορές (αν όχι τις περισσότερες φορές) βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, δεν μπορούν καν να επιστρέψουν στις δουλειές τους και σε μία λειτουργική καθημερινή ζωή και κανείς επιστήμονας δεν μπορεί να τους εγγυηθεί πότε θα το καταφέρουν. 

Παρατεταμένα συμπτώματα

Σύμφωνα με μελέτες, τουλάχιστον ένας στους δέκα ασθενείς παρουσιάζει παρατεταμένα συμπτώματα, τα οποία ξεπερνούν τις τρεις εβδομάδες πέραν της αποθεραπείας. Σύμφωνα με μελέτη που διεξήχθη στην Ιταλία, το 87% των ασθενών, οι οποίοι παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα και νοσηλεύτηκαν, συνέχισαν να παρουσιάζουν διάφορα συμπτώματα τουλάχιστον δύο μήνες μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο.

Όμως, πρακτικά δεν λείπουν οι περιπτώσεις που τα συμπτώματα εμμένουν για αρκετούς μήνες, τείνοντας να μετατραπούν σε χρόνια προβλήματα.

Το πιο σύνηθες σύμπτωμα που μοιράζονται οι περισσότεροι πάσχοντες του μετά-Covid συνδρόμου είναι μια σημαντική, διαρκή, κόπωση. Πρόκειται για αυτό που επιστημονικά ονομάζεται ως σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και το οποίο μεταφράζεται σε υπερβολική κούραση του ασθενούς χωρίς σαφή παθολογική αιτία, Όμως, δεν είναι το μοναδικό σύμπτωμα. Στις μελέτες που έχουν αρχίσει να σχηματίζονται αναφέρονται επίσης πονοκέφαλοι και ημικρανίες, ζαλάδες, εμβοές στα αυτιά, προβλήματα στην αναπνοή, προβλήματα στις αρθρώσεις, προβλήματα στην όσφρηση, ξαφνικές ταχυκαρδίες, διάρροιες, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις εντοπίζονται μόνιμα προβλήματα στην καρδιά, τους πνεύμονες, τα νεφρά και τον εγκέφαλο. 

Μακροχρόνια «σκιά»

Η Βρετανία είναι από τις πρώτες χώρες όπου ξεκίνησαν μελέτες γύρω από το θέμα, προκειμένου να διαπιστώσουν τη μακροχρόνια εξέλιξη του συνδρόμου. Μεταξύ αυτών, είναι η μελέτη που ξεκίνησε το πανεπιστήμιο του Λέστερ, το οποίο θα έχει υπό στενή παρακολούθηση 1.000 ασθενείς που ανέρρωσαν από τον κορονοϊό, καταρχάς για έναν χρόνο, αλλά με στόχο της μελέτης να φτάσει έως και τα 25 χρόνια. «Από τα πρώτα βήματα διαπιστώνουμε ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο γκρουπ συνεχιζόμενων συμπτωμάτων» σχολιάζει η καθηγήτρια της μελέτης, Ραχήλ Έβανς, εξηγώντας πως στόχος της ομάδας είναι να κατανοήσει τη μακροχρόνια «σκιά» της ασθένειας, τα συμπτώματα, αλλά και την επίδραση πιθανών θεραπειών.

Η μοναδική παθολογεία του κορονοϊού και της επίδρασής του συνιστά μία τεράστια πρόκληση για τους επιστήμονες και για την ώρα, παρά τα διάφορα σενάρια, δεν είναι σε θέση να απαντήσουν με ακρίβεια το πώς και το γιατί ο ιός παρουσιάζει μία τόσο μεγάλη βεντάλια συμπτωμάτων, που δεν έχουν απαραιτήτως συνάφεια μεταξύ τους και μάλιστα εμμένουν σε διάρκεια.

Οι επιδημιολόγοι του πανεπιστημίου της Οξφόρδης πιθανολογούν πως οφείλεται ενδεχομένως στο γεγονός ότι, ο ιός διεισδύει και πλήττει τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου. Όμως, στην ουσία είναι πολύ νωρίς για να έχουν απαντήσεις. Στο μεταξύ, όσο αυξάνονται τα κρούσματα κορονοϊού τόσο θα αυξάνονται και τα κρούσματα των ανθρώπων που παρουσιάζουν μετά-Covid σύνδρομο, οι οποίοι βρίσκουν παρέα και παρηγοριά, συζητώντας τα κοινά τους προβλήματα μέσα από τις δεκάδες online ομάδες συμπαράστασης που έχουν δημιουργηθεί στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook, το Twitter και το Slack.