Log in

Tea Party εναντίον Wall Street, για την ώρα σημειώσατε 1

Πολλαπλά μηνύματα με κοινό στόχο την άρση του σημερινού αδιεξόδου περιλάμβανε το νέο τηλεοπτικό μήνυμα του Μπάρακ Ομπάμα. Όμως, ίσως η σοβαρότερη απειλή κρυβόταν στην επισήμανση ότι η κυβέρνηση ελπίζει να μην βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να διαλέξει ποια χρέη θα πρέπει καταρχήν να αποπληρώσει σε περίπτωση που μπει σε καθεστώς τεχνητής χρεοκοπίας, διότι στη περίπτωση αυτή θα έχει σημαντικότερες υποχρεώσεις από τους κατόχους ομολόγων.

Γράφει η: 

Διόλου τυχαία, ακούγοντας τις δηλώσεις Ομπάμα, η καθοδική πορεία της Wall Street επιταχύνθηκε, με αποτέλεσμα όλοι οι δείκτες να κλείσουν στο βαθύ κόκκινο.

Η πίεση των αγορών, μαζί με την πίεση της κοινής γνώμης είναι τα δύο στοιχεία στα οποία ποντάρει ο Λευκός Οίκος για να κάμψει τις αντιστάσεις των Ρεπουμπλικάνων, οι οποίοι για την ώρα τουλάχιστον δεν δείχνουν σημάδια υποχώρησης. Αρνητική παρέμεινε η στάση τους και έναντι της νέας πρότασης των Δημοκρατικών για μια καταρχήν καθαρή ψήφο (χωρίς αστερίσκους για κανένα κόμμα) για την επανέναρξη της λειτουργίας του Δημοσίου και την αύξηση του ορίου δανεισμού, έστω και για ένα συγκεκριμένο διάστημα, επιτρέποντας στο μεταξύ τις δύο πλευρές να καθίσουν στο τραπέζι και να διαπραγματευτούν.

Η Wall Street, βεβαίως, φοβάται το άγνωστο και τις επιπτώσεις που θα έχει μια τεχνητή χρεοκοπία, με δεδομένο ότι τα πιο καταστροφικά από τα σενάρια κάνουν λόγο ακόμη και για επιστροφή της αμερικανικής οικονομίας στην ύφεση. Όμως, ανησυχεί προφανώς και για την ...τσέπη της, με δεδομένο ότι δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πιο μακριά από τα ίδια τα μέλη της και δη, τους μεγάλους τραπεζικούς ομίλους για να εντοπίσει τους μεγαλοκατόχους ομολόγων που κινδυνεύουν να ζημιωθούν, όπως φρόντισε να υπενθυμίσει ο κ. Ομπάμα.

Πραγματικά, στη μάχη του με το Κογκρέσο ο Αμερικανός πρόεδρος έχει βρει στο πρόσωπο της Wall Street ένα πολύτιμο υποστηρικτή. Και πλήθος δημοσιευμάτων του αμερικανικού Τύπου έχουν τις τελευταίες ημέρες σταθεί στο πως το κόμμα της ελίτ, το Ρεπουμπλικανικό, κινδυνεύει να χάσει τη ψήφο εμπιστοσύνης της επιχειρηματικής κοινότητας, στην οποία βασίζεται όχι μόνο για ψήφους, αλλά καταρχήν για χρήματα και παχυλές δωρεές που σε κάθε εκλογικό κύκλο μπορούν να κάνουν τη διαφορά για τα μέλη του. Ήδη υπάρχουν πληροφορίες για απόσυρση χρηματοδοτών και σχεδόν ωμές απειλές από συγκεκριμένους λομπίστες, κυρίως του πανίσχυρου τραπεζικού κλάδου.

Όμως, το πρόβλημα για τους λομπίστες είναι ότι η επιρροή τους δεν επεκτείνεται σε όλο το κόμμα και δη, στην επίμαχη ομάδα των σκληροπυρηνικών νομοθετών που αποτελούν την κυριότερη πηγή αντίστασης στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικάνων. Οι βουλευτές του Tea Party αντλούν τη δύναμη τους από τις ταξιαρχίες του κινήματος, δεν εξαρτώνται άμεσα από τις δωρεές των τραπεζιτών και δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να προστατέψουν τα συμφέροντα τους. Θεωρούνταν βέβαια φιλικά προσκείμενοι προς την επιχειρηματική Αμερική, όμως δεν εξελέγησαν, ούτε πρόκειται να επανεκλεγούν, χάρη στα χρήματα της Wall Street, και έτσι δεν της χρωστάνε υποταγή. Δίνουν λογαριασμό μόνο στα μέλη του κινήματος, και παραμένουν πεισματικά αμετακίνητοι στις αρχές τους, όμως φάνηκε από την εμμονή τους κατά της υγειονομικής μεταρρύθμισης.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις περιπτώσεις των βουλευτών, Τιμ Χιούλσκαμπ από το Κάνσας και Τζάστιν Άμας από το Μίτσιγκαν, αμφότεροι μέλη της νεοεκλεγείσας από το 2010 ομάδας του Tea Party στο Κογκρέσο. Ο πρώτος έλαβε για την προεκλογική του εκστρατεία μόλις 8.000 δολάρια από επιτροπές πολιτικής δράσης του επενδυτικού, τραπεζικού και χρηματιστηριακού κλάδου, και ο δεύτερος ακόμη λιγότερα, ήτοι 3.000 δολάρια. Και οι δύο αντιστέκονται σθεναρά στην ιδέα ενός συμβιβασμού.

Αντιθέτως, ο βουλευτής της Νέας Υόρκης, Πίτερ Κινγκ, βρίσκεται στην πρωτοκαθεδρία της ομάδας των μετριοπαθών Ρεπουμπλικάνων που πιέζει για την προώθηση ενός συμβιβαστικού νομοσχεδίου, ακόμη και χωρίς καμία διάταξη για το obamacare. Σύμφωνα με τα επίσημα εκλογικά στοιχεία, μόνο πέρυσι ο κ.Κίνγκ έλαβε περίπου 50.000 δολάρια σε δωρεές από τον τραπεζικό και επενδυτικό κλάδο, και βρίσκεται μόνιμα στις λίστες των νομοθετών που στηρίζει η Goldman Sachs.

Νομοθέτες όπως ο Χιούλσκαμπ και ο Άμας, αποτελούν κυριολεκτικά ένα νέο είδος πολιτικών που δεν ακολουθεί τις κλασσικές νόρμες, και που η παραδοσιακή Ρεπουμπλικανική φρουρά, όπως ο πρόεδρος της Βουλής Τζον Μπόνερ, δυσκολεύεται να διαχειριστεί, πόσο μάλλον να τιθασεύσει. Και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα τώρα, περισσότερο από ποτέ. Δεν είναι να απορεί κανείς που το αδιέξοδο δεν λύνεται, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι δεν μπορούν να τα βρουν καταρχήν μεταξύ τους, πριν φτάσουν να τα βρουν με τους Δημοκρατικούς και το Λευκό Οίκο.

Σε χθεσινές δηλώσεις του στους Financial Times ο βουλευτής του Κάνσας επέμεινε στην απείθεια του αφήνοντας ουσιαστικά να εννοηθεί ότι ουδόλως δεν τον νοιάζει η απειλή της τεχνητής χρεοκοπίας. Αντιθέτως ειρωνεύτηκε τον υπουργό Οικονομικών και όσους προσπαθούν να τρομοκρατήσουν την κοινή γνώμη, εξηγώντας ότι δεν θα είναι ο απλός κόσμος που θα ζημιωθεί, αλλά η Wall Street και οι μεγαλοκάτοχοι ομολόγων. Οι οικονομολόγοι και οι αναλυτές διαφωνούν μαζί του, κρούοντας το κώδωνα του κινδύνου για την αμερικανική οικονομία, την πραγματική οικονομία, ακόμη και τη παγκόσμια οικονομία, αλλά δυστυχώς δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στο Κογκρέσο.