Log in

Η P&O «ψηφίζει» Κύπρο και παραμονή στην Ε.Ε.

Τα κέρδη τους από το Brexit και το κομμάτι της πίτας που θα κλέψουν από το City έχουν αρχίσει ήδη να μετρούν οι Ευρωπαίοι. Όμως, δεν είναι μόνο οι Γερμανοί και οι Γάλλοι που θα ωφεληθούν. Πολύ σημαντική για την Κύπρο είναι η είδηση πως η βρετανική ναυτιλιακή εταιρία P&O θα θέσει υπό την κυπριακή σημαία όλο της τον εμπορικό στόλο, εν όψει της εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γράφει η: 

Η P&O διατηρεί έξι πλοία που δραστηριοποιούνται στη Μάγχη, κάνοντας το δρομολόγιο από και προς τη Γαλλία. Ήδη από τον περασμένο μήνα είχε ανακοινώσει ότι θα περάσει στο κυπριακό νηολόγιο δύο από τα πλοία, όμως με τη νέα της ανακοίνωση πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα. Στόχος της είναι να διατηρήσει όλα τα πλεονεκτήματα και το φορολογικό καθεστώς που απολαμβάνει ως εταιρία της Ε.Ε.

Η εξέλιξη είναι δυσμενής για τη Βρετανία και την κυβέρνηση της για αρκετούς λόγους. Ο πρώτος και εύλογος είναι ο επικοινωνιακός, σε ένα διάστημα κρίσιμο για την πορεία του Brexit. Όμως, υπάρχουν και πρακτικές συνέπειες, καθώς η μετακίνηση αυτή περιπλέκει της προσπάθειες του Λονδίνου να κρατήσει και να ενισχύσει το βρετανικό εμπορικό και μεταγωγικό στόλο, ώστε να μην υπάρξουν κλυδωνισμοί στο εμπόριο σε περίπτωση άτακτου διαζυγίου.

Ειδικά για το τελευταίο, άρθρο του πρακτορείου Reuters αποκάλυψε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες του, η βρετανική κυβέρνηση έχει προσεγγίσει, ήδη από τον περασμένο μήνα, αρκετές βρετανικές ναυτιλιακές εταιρίες, μεταξύ τους και η P&O για να διασφαλίσει επιπλέον στήριξη των εμπορικών θαλάσσιων γραμμών, ώστε να θωρακίσει την αγορά της από αναταράξεις σε περίπτωση που οδηγηθεί σε Brexit χωρίς συμφωνία με την Ε.Ε. Πραγματικά, έκτοτε η χώρα έχει «κλείσει» συμβόλαια αξίας άνω των εκατό εκατ. στερλίνων, με τρεις ναυτιλιακές εταιρίες για να διασφαλίσει επιπλέον εμπορικά και μεταγωγικά πλοία για τη Μάγχη. Οι τρεις εταιρίες είναι η γαλλική Brittany Ferries, η δανέζικη DFDS και η βρετανική Seaborne Freight.

Δεδομένων των πληροφοριών αυτών, η «μετακόμιση» της P&O στη σημαία της Κύπρου αποτελεί ένα ακόμη χαστούκι και πρόβλημα για την κυβέρνηση της Τερέζα Μέι.