Log in

Deutsche Bank - Commerzbank: Γιατί το φλερτ δεν φτάνει σε γάμο

Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούμε και διαβάζουμε για μια πιθανή συγχώνευση μεταξύ της Deutsche Bank και της Commerzbank. Τα πιεστικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κορυφαίες γερμανικές τράπεζες επαναφέρουν συχνά-πυκνά στο προσκήνιο τη συζήτηση αυτή. Όμως, το ίδιο ισχύει και για τα προβλήματα που, κάθε φορά, ανακόπτουν την προοπτική αυτή.

Γράφει η: 

Έχει, άραγε, αλλάξει κάτι που να μας κάνει να πιστεύουμε πως η εξέλιξη, τούτη τη φορά, θα είναι διαφορετική; Κατά τη γνώμη μας, μάλλον όχι.

Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι η συζήτηση ήρθε και πάλι στην επιφάνεια μετά την αποκάλυψη της κυριακάτικης Welt am Sonntag πως σε πρόσφατη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Deutsche Bank, μετά από εκτενή συζήτηση, ο διευθύνων σύμβουλος, Κρίστιαν Σούινγκ, ήρε τις επιφυλάξεις του και δέχτηκε να ξεκινήσει η επίσημη διερεύνηση μιας πιθανής συγχώνευσης με την Commerzbank.

Μόλις πριν από λίγους μήνες ο κύριος Σούινγκ είχε δηλώσει ότι η τράπεζα θα χρειαστεί τουλάχιστον 12 με 18 μήνες ακόμη να ολοκληρώσει το πλάνο αναδιάρθρωσης της, ώστε κατόπιν να μπορεί να επικεντρωθεί στη διερεύνηση πιθανών συνεργειών, αν όχι συγχωνεύσεων. Όμως, φαίνεται ότι η προ ημερών απόφαση της ΕΚΤ να αναβάλει, άγνωστο για πόσο, κάθε πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων λειτούργησε καταλυτικά για τις εξελίξεις, αυξάνοντας την πίεση προς τα μη κερδοφόρα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Γερμανίας.

Η λύση μιας συγχώνευσης φαίνεται καλή στα... χαρτιά. Ο πρόεδρος της Deutsche Bank, Πολ Αχλάιτνερ είναι θετικός, οι μέτοχοι, που έχουν απηυδήσει από την παρατεταμένη δυστοκία, επίσης, ενώ και η κυβέρνηση φαίνεται να είναι θετική, θεωρώντας και όχι άδικα ότι η αποδυνάμωση των κραταιών γερμανικών τραπεζών είναι κακή για τις... business της χώρας. Ειδικά ο υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς φαίνεται ότι έχει παίξει αρκετά δυναμικό ρόλο παρασκηνιακά κρίνοντας ότι η ύπαρξη σταθερών και ισχυρών τραπεζών είναι ζήτημα εθνικής ασφαλείας για τη χώρα. Όμως, αυτό που μοιάζει καλό στην θεωρία, είναι εξαιρετικά, εξαιρετικά, δύσκολο στην πράξη.

Ο λόγος είναι απλός. Μια μέγκα-συγχώνευση που θα δημιουργήσει τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στην Ευρώπη, ήτοι ένα τραπεζικό μεγαθήριο με περιουσιακά στοιχεία ύψους 1,9 τρισ. ευρώ, θα πρέπει να περάσει τον τριπλό σκόπελο της επικύρωσης της από τις εποπτικές αρχές της Bundesbank, της BaFin και της ΕΚΤ. Και για να γίνει αυτό, δεδομένου του κραταιού ρόλου που θα έχει η νέα τράπεζα στο γερμανικό και ευρύτερα ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να γίνουν πολύ σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές.

Με λίγα λόγια να πρέπει να πέσει πολύ-πολύ σοβαρό... μαχαίρι σε θέσεις εργασίας, αν όχι ολόκληρους τομείς δραστηριότητας των δύο τραπεζών.

Σε δημοσίευμα των Financial Times, αξιωματούχοι των αρμόδιων ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών σχολιάζοντας το θέμα και εκφράζοντας τις επιφυλάξεις τους για την εξέλιξη ενός τέτοιου εγχειρήματος, τόνισαν χαρακτηριστικά ότι η Deutsche Bank δεν είναι αρκετά... σκληρή, αρκετά... αδίστακτη για να μπορέσει να προχωρήσει επιτυχημένα σε ένα τέτοιο γάμο. Και αυτό διότι προϋπόθεση είναι ένα... αιματοκύλισμα σε θέσεις εργασίας, όπως σχολίασε χαρακτηριστικά, ανώνυμα, ανώτατο στέλεχος της τράπεζας.

Οι περικοπές, βεβαίως, δεν θα περιοριστούν μόνο στην Deutsche Bank, αλλά θα αφορούν και την Commerzbank. Όμως, πρώτον είναι απολύτως βέβαιο ότι θα πρέπει να είναι πολύ μεγάλες, ξεπερνώντας σίγουρα τις 20.000 θέσεις εργασίας. Και δεύτερον θα ξεκινήσουν κυρίως από την ίδια τη γερμανική αγορά.

Δεδομένου ότι η Deutsche Bank έχει ήδη αποτύχει παταγωδώς στις εξετάσεις που έδωσε στα πλαίσια της προσπάθειας της να αφομοιώσει ομαλά την Postbank, την οποία εξαγόρασε το 2010, έμπειροι αναλυτές δίκαια αμφιβάλουν πως αυτή τη φορά θα τα καταφέρει καλύτερα. Η προσπάθεια της να βρει αγοραστή για να ξεφορτωθεί την Postbank, επίσης δεν απέδωσε καρπούς. Και μόνο υπό το τρέχον πολύπαθο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, που προχωρά με δυσκολίες τη τελευταία διετία (ωθώντας την και σε αλλαγή CEO), έχει ξεκινήσει περικοπές που θα πρέπει να φτάσουν τις 10.000 θέσεις εργασίας.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι εύλογο: Αν δεν τα καταφέρνει καλά με τους τωρινούς στόχους, πως θα τα βγάλει πέρα με τα πολύ δύσκολα, μιας μέγκα συγχώνευσης, όπου τα περιθώρια για λάθη θα είναι ελάχιστα και με το κάθε στραβοπάτημα να κοστίζει ακριβά τόσο στον ίδιο τον Όμιλο όσο και στην γερμανική οικονομία συνολικά.

Στην περίπτωση δε, αυτή οι μέτοχοι, αντί να ρεφάρουν, όπως ελπίζουν, από την πολύχρονη ζημιά που έχουν υποστεί, μπορεί να καταλήξουν με μεγαλύτερες απώλειες και με την ανάγκη να χρειαστεί να βάλουν πολύ βαθιά το χέρι στην τσέπη για να καλύψουν μια τεράστια ανακεφαλαιοποίηση του νέου Ομίλου.

Βέβαια, η προοπτική μιας αναγκαστικής ανακεφαλαιοποίησης παραμένει ζωντανή και τώρα για τη Deutsche Bank, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεδομένου ότι τα προβλήματα της παραμένουν υπαρκτά και πως η περίφημη αναδιάρθρωση της προχωρά με ρυθμούς χελώνας. Αυτό το ξέρουν και οι ίδιοι, το ξέρει και η αγορά, το ξέρει και το Βερολίνο. Όμως, το ρίσκο μιας συγχώνευσης είναι σαφώς ακόμη πιο υψηλό!