Log in

Ύποπτος για "ξέπλυμα χρήματος" όποιος μεταφέρει πάνω από 1.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό άλλου ή δικό του!

Ανατροπές-σοκ στο νομοθετικό καθεστώς για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες φέρνει νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών που αναρτήθηκε χθες στο opengov.gr για δημόσια διαβούλευση. Ύποπτος και όποιος παίζει στοιχήματα ή τζογάρει στο διαδίκτυο με ποσά άνω των 2.000 ευρώ.

Γράφει ο: 

Διάταξη - βόμβα με την οποία προβλέπεται ότι κάθε μη τακτικά επαναλαμβανόμενη μεταφορά χρηματικού ποσού άνω των 1.000 ευρώ, ακόμη κι αν γίνεται μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών του ιδίου προσώπου, θα θεωρείται ύποπτη για "ξέπλυμα χρήματος" περιλαμβάνει το νέο σχέδιο νόμου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες το οποίο αναρτήθηκε χθες το απόγευμα από το υπουργείο Οικονομικών για δημόσια διαβούλευση στον διαδικτυακό τόπο www.opengov.gr. Με το ίδιο νομοσχέδιο προβλέπεται εξάλλου ότι κάθε συναλλαγή άνω των 2.000 ευρώ με εταιρία διενέργειας διαδικτυακού στοιχήματος ή άλλων τυχερών παιγνίων θα θεωρείται κι αυτή ύποπτη για "ξέπλυμα χρήματος!

Το ισχύον αυτή τη στιγμή νομοθετικό πλαίσιο (άρθρο 12 του ν. 3691/2008), προβλέπει ότι οι τράπεζες οφείλουν να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας σε περιπτώσεις περιστασιακών συναλλαγών που ανέρχονται σε ποσό τουλάχιστον 15.000 ευρώ, ανεξάρτητα από το αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

Με το άρθρο 12 του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, προστίθεται στις περιπτώσεις συναλλαγών στις οποίες πρέπει να εφαρμόζονται μέτρα δέουσας επιμέλειας από τις τράπεζες και κάθε περιστασιακή συναλλαγή που συνίσταται στην μεταφορά χρηματικών ποσών άνω των 1.000 ευρώ. Επιπλέον, με το άρθρο 12 του νομοσχεδίου στις περιπτώσεις εφαρμογής μέτρων δέουσας επιμέλειας εντάσσονται και οι συναλλαγές εμπόρων αγαθών που υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ σε μετρητά καθώς και οι συναλλαγές των παρόχων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ και διενεργούνται είτε κατά την κατάθεση του στοιχήματος είτε κατά την είσπραξη των κερδών.

Με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο, το υπουργείο Οικονομικών επιδιώκει εξάλλου να δώσει πρόσθετες εξουσίες στην Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες. Οι εξουσίες αφορούν στην άμεση δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ή συναλλαγών εφόσον υπάρχουν υπόνοιες συσχέτισης με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Επιπλέον, με το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου προωθείται μια πολύ σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιούνται οι μεταβιβάσεις ανωνύμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών, προκειμένου να υπάρχει διαφάνεια και να καθίσταται ευκολότερος ο έλεγχος των συναλλαγών και ο εντοπισμός περιπτώσεων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Προβλέπεται, συγκεκριμένα, ότι οι μεταβιβάσεις ανωνύμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών θα γίνονται πλέον με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας κι όχι σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη μεταβίβαση κινητών πραγμάτων, όπως γίνονται με βάση την ισχύουσα αυτή τη στιγμή νομοθεσία.

Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2015/849/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 «σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας». Σύμφωνα με σημείωμα του υπουργού Οικονομικών Ε. Τσακαλώτου, η δημόσια διαβούλευση θα ολοκληρωθεί την Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018 και ώρα 14:00.

Οι πιο σημαντικές αλλαγές αναλυτικά

Πολλές διατάξεις του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου δεν διαφέρουν από τις ήδη ισχύουσες του ν. 3691/2008. Ωστόσο, στο νέο αυτό προτεινόμενο νομοθέτημα περιλαμβάνονται αρκετές σημαντικές αλλαγές στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο αντιμετώπισης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ειδικότερα:

1) Με το άρθρο 12 του σχεδίου νόμου, διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων για την ενεργοποίηση μέτρων δέουσας επιμέλειας από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα που υποχρεούνται να παρακολουθούν να ελέγχουν και να αναφέρουν στην αρμόδια Αρχή περιπτώσεις συναλλαγών υπόπτων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις στις οποίες τα υπόχρεα πρόσωπα (τα πιστωτικά ιδρύματα, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, οι επιχειρήσεις, οργανισμοί και άλλοι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων, οι έμποροι και οι εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας κ.λπ.) οφείλουν να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη προστίθενται:

α) κάθε περιστασιακή συναλλαγή που συνίσταται σε μεταφορά χρηματικών ποσών άνω των 1.000 ευρώ. Ως «μεταφορά χρηματικών ποσών» νοείται οποιαδήποτε συναλλαγή εκτελείται τουλάχιστον εν μέρει ηλεκτρονικά για λογαριασμό ενός πληρωτή μέσω ενός παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, ασχέτως εάν πληρωτής και δικαιούχος είναι ένα και το αυτό πρόσωπο και ασχέτως εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και αυτός του δικαιούχου είναι ο ίδιος. Στην έννοια αυτή συμπεριλαμβάνεται και κάθε μεταφορά που πραγματοποιείται μέσω κάρτας πληρωμής, εργαλείου ηλεκτρονικού χρήματος, κινητού τηλεφώνου ή κάθε άλλης ψηφιακής ή πληροφορικής τεχνολογίας συσκευής εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων πληρωμής με παρόμοια χαρακτηριστικά,

β) οι συναλλαγές των εμπόρων αγαθών που υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ σε μετρητά και

γ) οι συναλλαγές των παρόχων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ και διενεργούνται είτε κατά την κατάθεση του στοιχήματος είτε κατά την κατάθεση του στοιχήματος είτε κατά την είσπραξη των κερδών.

2) Με τις διατάξεις του άρθρου 48 του προτεινόμενου νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι ο επικεφαλής της μίας από τις τρεις αυτοτελείς Μονάδες της Αρχής, ο πρόεδρος της Μονάδας Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών , θα μπορεί «σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υπόνοια ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας» να «διατάσσει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών».

Εφόσον η έρευνα ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επιβεβαίωση της υπόνοιας, ο Πρόεδρος της Μονάδας Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών θα προχωρεί στην άρση της προσωρινής δέσμευσης ή στην αναστολή της. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή θα αίρεται αυτοδικαίως. Η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή θα διατάσσεται υπό τους ίδιους όρους και όταν ζητείται από αντίστοιχη αρχή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όταν από την έρευνα της Αρχής προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες για τέλεση των αδικημάτων που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ο Πρόεδρος θα διατάσσει την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων. Μετά το πέρας της εκάστοτε έρευνας η Μονάδα θα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί η έρευνα ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.

3) Με το άρθρο 54 του προτεινόμενου νομοσχεδίου τροποποιείται η παράγραφος 5 του άρθρου 8β’ τουκ.ν. 2190/1920 και προβλέπεται ότι οι ανώνυμες μετοχές εταιριών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, καθώς και τα δικαιώματα αγοράς αυτών θα μεταβιβάζονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας. Το έγγραφο αυτό θα πρέπει να διαβιβάζεται εντός μηνός στην εταιρία και να διατηρείται στο αρχείο της για τουλάχιστον 5 έτη από τη μεταβίβαση των μετοχών ή των δικαιωμάτων αγοράς αυτών.

4) Με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου, προστίθεται στα βασικά αδικήματα που νοούνται ως «εγκληματικές δραστηριότητες» συνδεόμενες με «ξέπλυμα χρήματος» και η «εμπορία επιρροής» καθώς και «η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα».

Τι προβλέπουν οι βασικές διατάξεις

Σύμφωνα εξάλλου με τις πιο βασικές διατάξεις του νομοσχεδίου:

Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) συνιστούν οι ακόλουθες πράξεις:

α) Η μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες με σκοπό την απόκρυψη ή συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε ενέχεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεων του.

β) Η απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο, όσον αφορά στη φύση, προέλευση, διάθεση, διακίνηση ή χρήση περιουσίας ή στον τόπο όπου αυτή αποκτήθηκε ή ευρίσκεται ή στην κυριότητα επί περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι η περιουσία αυτή προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.

γ) Η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας, εν γνώσει, κατά τον χρόνο της κτήσης ή της διαχείρισης, του γεγονότος ότι η περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες.

δ) Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα.

ε) Η σύσταση οργάνωσης ή ομάδας δύο τουλάχιστον ατόμων για τη διάπραξη μιας ή περισσότερων από τις πράξεις που αναφέρονται στα παραπάνω στοιχεία α΄ έως δ΄ και η συμμετοχή σε τέτοια οργάνωση ή ομάδα.

Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες υπάρχει και όταν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχεται η προς νομιμοποίηση περιουσία έλαβαν χώρα στο έδαφος άλλου κράτους, εφόσον αυτές θα ήταν βασικό αδίκημα αν διαπράττονταν στην Ελλάδα και θεωρούνται αξιόποινες σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού.

Ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα αδικήματα που καλούνται εφεξής «βασικά αδικήματα»:

α) εγκληματική οργάνωση,

β) τρομοκρατικές πράξεις και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

γ) δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου,

δ) εμπορία επιρροής-μεσάζοντες και δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα,

ε) δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών,

στ) εμπορία ανθρώπων,

ζ) απάτη με υπολογιστή,

η) σωματεμπορία,

θ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 20 έως και 23 του ν. 4139/2013 «Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις»,

ι) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 15 και 17 του ν. 2168/1993 «Όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες κ.λπ.,

ια) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 3028/2002 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς»,

ιβ) τα προβλεπόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 «Περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών»,

ιγ) τα προβλεπόμενα στις παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και στο άρθρο 30 του ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης»,

ιδ) τα προβλεπόμενα στα άρθρα τέταρτο και έκτο του ν. 2803/2000 «Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»,

ιε) τα προβλεπόμενα στα άρθρα 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 χρηματιστηριακά αδικήματα,

ιστ) τα αδικήματα: α) φοροδιαφυγής, που προβλέπονται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 με την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 5, β) λαθρεμπορίας, που προβλέπονται στα άρθρα 155 έως και 157 του ν. 2960/2001 και γ) μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990, με την εξαίρεση της περίπτ. α΄ της παρ. 1, καθώς και της μη καταβολής χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τα δικαστήρια ή από διοικητικές ή άλλες αρχές,

ιζ) τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος»,

ιη) κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος.

Ως υπόχρεα πρόσωπα, υποκείμενα στις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου, νοούνται τα εξής πρόσωπα:

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα.

β) Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

γ) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές και οι εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών που έχουν εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και οι ιδιώτες ελεγκτές.

δ) Οι εξωτερικοί λογιστές-φοροτεχνικοί και τα νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών-φοροτεχνικών υπηρεσιών.

ε) Οι μεσίτες ακινήτων του ν.4093/2012, οι μεσίτες πιστώσεων, καθώς και οι πιστωτικοί φορείς του ν.4438/2016 (Α’ 220), που δεν περιλαμβάνονται ήδη στα υπόχρεα πρόσωπα βάσει ειδικότερης διάταξης του παρόντος νόμου

στ) Οι επιχειρήσεις καζίνο και τα καζίνο που λειτουργούν επί πλοίων στην Ελλάδα ή υπό Ελληνική σημαία, καθώς και οι επιχειρήσεις, οργανισμοί και άλλοι φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων και πρακτορεία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες αυτές.

ζ) Οι έμποροι και οι εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας, όταν η σχετική συναλλαγή γίνεται σε μετρητά και η αξία της ανέρχεται τουλάχιστον σε δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, ανεξάρτητα από το εάν αυτή διενεργείται με μία μόνο πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση. Ειδικότερα, ως έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας, που είναι υπόχρεα πρόσωπα κατά τον παρόντα νόμο, ορίζονται:

αα) Οι επιχειρήσεις εξόρυξης, παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων, οι επιχειρήσεις παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας πολύτιμων μετάλλων και παραγώγων προϊόντων, οι επιχειρήσεις εμπορίας μαργαριταριών και κοραλλιών και οι επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας κοσμημάτων και ρολογιών.

ββ) Οι επιχειρήσεις εμπορίας παλαιών αντικειμένων αξίας (αντίκες), αρχαιοτήτων, μεταλλίων, παλαιών γραμματοσήμων και νομισμάτων και λοιπών συλλεκτικών ειδών αξίας, οι επιχειρήσεις ή επαγγελματίες παραγωγής ή κατασκευής και εμπορίας έργων και αντικειμένων τέχνης γενικά, καθώς και μουσικών οργάνων.

γγ) Οι επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας ταπήτων και χαλιών, ειδών γουνοποιίας, δερμάτινων ειδών και ενδυμάτων γενικά, αξίας, ανά μονάδα είδους, μεγαλύτερης των 8.000 (οκτώ χιλιάδων) ευρώ.

δδ) Οι επιχειρήσεις εμπορίας επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ελικοπτέρων, αεροσκαφών και σκαφών αναψυχής γενικά.

η) Οι ενεχυροδανειστές και αργυραμοιβοί. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας και Ανάπτυξης, κατόπιν εισήγησης της Αρχής, δύναται να ορίζονται ειδικότερα κριτήρια για τον προσδιορισμό των υπόχρεων προσώπων των περιπτ. ζ και η, καθώς και οι ειδικότερες υποχρεώσεις στις οποίες αυτά υπόκεινται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 17 επ, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τη φύση και το ύψος των συναλλαγών, καθώς και να αφαιρούνται ή να προστίθενται νέες κατηγορίες επιχειρήσεων.

θ) Οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι, όταν συμμετέχουν, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό των πελατών τους, σε χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ή συναλλαγές επί ακινήτων, και όταν βοηθούν στον σχεδιασμό ή την διενέργεια συναλλαγών για τους πελάτες τους σχετικά με:

αα) την αγορά ή πώληση ακινήτων ή επιχειρήσεων,

ββ) τη διαχείριση χρημάτων, τίτλων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους,

γγ) το άνοιγμα ή τη διαχείριση τραπεζικών λογαριασμών, λογαριασμών ταμιευτηρίου ή λογαριασμών τίτλων,

δδ) τις αναγκαίες εισφορές για τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών,εε) τη σύσταση, λειτουργία ή διοίκηση εταιρειών, εμπιστευμάτων (trusts) ή αντίστοιχων νομικών μορφωμάτων.

Η παροχή νομικών συμβουλών εξακολουθεί να υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, εκτός εάν ο δικηγόρος ή ο συμβολαιογράφος συμμετέχει ο ίδιος σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή αν εάν οι νομικές συμβουλές του παρέχονται με σκοπό την διάπραξη αυτών των αδικημάτων ή εν γνώσει του γεγονότος ότι ο πελάτης ζητεί νομικές συμβουλές προκειμένου να διαπράξει τα ως άνω αδικήματα.

ι) Τα πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε εταιρείες ή εμπιστεύματα (trusts), εξαιρουμένων των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία δ΄ και θ΄ του παρόντος άρθρου, τα οποία παρέχουν κατά επιχειρηματική δραστηριότητα οποιαδήποτε από τις ακόλουθες υπηρεσίες σε τρίτα μέρη:

αα) συστήνουν εταιρείες ή άλλα νομικά πρόσωπα,

ββ) ασκούν τα ίδια ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει καθήκοντα διευθυντή, διαχειριστή ή εταίρου εταιρείας ή κατόχου αντίστοιχης θέσης, σε άλλα νομικά πρόσωπα ή μορφώματα,

γγ) παρέχουν καταστατική έδρα, επιχειρηματική διεύθυνση, ταχυδρομική ή διοικητική διεύθυνση και οποιεσδήποτε άλλες σχετικές υπηρεσίες για εταιρεία ή κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ή μόρφωμα,

δδ) ασκούν τα ίδια ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ασκήσει καθήκοντα εμπιστευματοδόχου ρητού εμπιστεύματος (express trust) ή αντίστοιχου νομικού μορφώματος,

εε) ενεργούν τα ίδια ή μεριμνούν ώστε άλλο πρόσωπο να ενεργήσει ως πληρεξούσιος μετόχου εταιρείας, εφόσον η εταιρεία αυτή δεν είναι εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά υποκείμενη σε απαιτήσεις γνωστοποίησης κατά την ενωσιακή νομοθεσία ή σε ισοδύναμα διεθνή πρότυπα.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης δύναται να ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις σύστασης, χορήγησης άδειας λειτουργίας, εγγραφής σε ειδικό μητρώο και άσκησης των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο από φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

Όταν υπόχρεο φυσικό πρόσωπο αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο βαρύνουν το νομικό πρόσωπο και όχι το φυσικό. Αν αναλαμβάνει επαγγελματική δραστηριότητα ως υπάλληλος ή συνεργαζόμενος με οποιαδήποτε σύμβαση ή συμφωνία με μη υπόχρεο νομικό πρόσωπο, το υπόχρεο φυσικό πρόσωπο τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα νόμο, σύμφωνα με τις αποφάσεις της αρμόδιας αρχής που εποπτεύει την κατηγορία των υπόχρεων προσώπων στην οποία ανήκει το ανωτέρω φυσικό πρόσωπο.

Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας

1. Τα μέτρα της συνήθους δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τον πελάτη περιλαμβάνουν:

α) Την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη βάσει εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών από αξιόπιστες και ανεξάρτητες πηγές. Όταν ο πελάτης ενεργεί μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου, το υπόχρεο πρόσωπο πιστοποιεί και επαληθεύει και την ταυτότητα του προσώπου αυτού, όπως και τα στοιχεία νομιμοποίησής του.

β) Την πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, την επικαιροποίηση των στοιχείων και τη λήψη εύλογων μέτρων για την επαλήθευση αυτών, ώστε να διασφαλίζεται ότι το υπόχρεο πρόσωπο γνωρίζει τον πραγματικό δικαιούχο. Όσον αφορά στα νομικά πρόσωπα, τα εμπιστεύματα ή άλλα νομικά μορφώματα, λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να γίνει γνωστή η διάρθρωση του καθεστώτος ιδιοκτησίας και ελέγχου του πελάτη.

γ) Την αξιολόγηση και ανάλογα με την περίπτωση τη συλλογή πληροφοριών για το αντικείμενο και τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης.

δ) Την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά στην επιχειρηματική σχέση, με ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια αυτής, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές ή δραστηριότητες συνάδουν με τις γνώσεις που έχουν τα υπόχρεα πρόσωπα σχετικά με τον πελάτη, τις επαγγελματικές δραστηριότητες και το προφίλ κινδύνου του, καθώς και, εφόσον απαιτείται, την προέλευση των κεφαλαίων, σύμφωνα με κριτήρια που δύνανται να ορίζουν οι αρμόδιες αρχές. Τα υπόχρεα πρόσωπα διασφαλίζουν επιπλέον την τήρηση ενημερωμένων εγγράφων, δεδομένων ή πληροφοριών.

2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υπόχρεο πρόσωπο δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στις περίπτ. α΄, β΄ και γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, δεν εκτελεί συναλλαγές του, δεν συνάπτει επιχειρηματική σχέση ή διακόπτει οριστικά αυτήν και εξετάζει αν συντρέχει υποχρέωση αναφοράς στην Αρχή. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται ως προς τους συμβολαιογράφους, δικηγόρους, ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και λογιστές-φοροτεχνικούς συμβούλους, στις περιπτώσεις μόνον που τα εν λόγω πρόσωπα εξακριβώνουν τη νομική θέση των πελατών τους ή εκτελούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της υπεράσπισης ή εκπροσώπησής τους σε δικαστικές διαδικασίες ή σχετικά με αυτές, συμπεριλαμβανομένης της παροχής συμβουλών αναφορικά με την κίνηση ή αποφυγή τέτοιων διαδικασιών.

3. Ειδικά τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί συνεκτιμούν, κατ’ εφαρμογή και της παρ. 1 του άρθρου 28, το συνολικό χαρτοφυλάκιο το οποίο διατηρεί ο συναλλασσόμενος σε αυτά και ενδεχομένως σε άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει το υπόχρεο πρόσωπο, προκειμένου να εξακριβώσουν τη συμβατότητα της υπό εξέταση συναλλαγής με την οικονομική-συναλλακτική του εικόνα.

4. Επίσης, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί επαληθεύουν, κατά τη σύναψη επιχειρηματικής σχέσης, τα ετήσια εισοδήματα του πελάτη με βάση προσκομιζόμενη πρόσφατη πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, πλην των περιπτώσεων όπου ο πελάτης δεν υποχρεούται να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος.

5. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών καταθέσεων, τίτλων ή άλλης φύσεως χρηματοοικονομικών προϊόντων, οι δικαιούχοι των λογαριασμών αυτών θεωρούνται ως πελάτες και εφαρμόζονται γι’ αυτούς οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.

6. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν, την κατάλληλη χρονική στιγμή και ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας όχι μόνο στους νέους αλλά και στους υφιστάμενους πελάτες. Με αποφάσεις των εποπτικών αρχών δύνανται να καθορίζονται τα κριτήρια και ο τρόπος εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας στους υπάρχοντες πελάτες.

7. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να εξειδικεύονται διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 2015/847(ΕΕ L 141/5.6.2015) , όσον αφορά στα στοιχεία που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες των ΕΕΑ.

8. Αν σε μία συναλλαγή ή σε σειρά συνδεόμενων συναλλαγών συμμετέχουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο δύο ή περισσότερα υπόχρεα πρόσωπα, καθένα από αυτά οφείλει να εφαρμόσει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδίως για ασφαλιστικά συμβόλαια, αγοραπωλησίες μετοχών, συμβολαίων παραγώγων, ομολόγων ή άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και για συναλλαγές με κάρτες οποιασδήποτε φύσεως.

9. Στην περίπτωση ασφαλίσεων ζωής, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λαμβάνουν επιπλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας που απαιτούνται για τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, τα ακόλουθα μέτρα δέουσας επιμέλειας για τους δικαιούχους ασφαλίσματος ασφαλιστήριου συμβολαίου ζωής, μόλις ταυτοποιηθούν ή προσδιορισθούν οι δικαιούχοι:

α) στην περίπτωση δικαιούχων ασφαλίσματος που ταυτοποιούνται ως συγκεκριμένα κατονομαζόμενα πρόσωπα ή νομικά μορφώματα, λαμβάνουν το όνομα ή την επωνυμία τους,

β) στην περίπτωση δικαιούχων ασφαλίσματος που προσδιορίζονται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους ή ανά κατηγορία ή με άλλα μέσα, λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω δικαιούχους, ώστε να βεβαιωθούν ότι θα είναι σε θέση να προσδιορίσουν την ταυτότητα του δικαιούχου κατά τον χρόνο της πληρωμής του ασφαλίσματος.

10. Στην περίπτωση δικαιούχων εμπιστευμάτων ή αντίστοιχων νομικών μορφωμάτων, οι οποίοι προσδιορίζονται ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά τους ή ανά κατηγορία, το υπόχρεο πρόσωπο λαμβάνει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον δικαιούχο, ώστε να βεβαιωθεί ότι θα είναι σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητά του κατά τον χρόνο της πληρωμής ή της άσκησης των δικαιωμάτων του δικαιούχου.

11. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας κατά την παρ. 1, αλλά μπορούν να καθορίζουν την έκταση των μέτρων αυτών ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, ο οποίος εξαρτάται μεταξύ άλλων από την επαγγελματική δραστηριότητα και το οικονομικό μέγεθος του πελάτη, τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης, τον τύπο, την συχνότητα και αξία των διενεργούμενων συναλλαγών, καθώς και την αναμενόμενη προέλευση και τον προορισμό των κεφαλαίων, συμμορφούμενα με τις σχετικές αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6. Τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι η έκταση των μέτρων είναι ανάλογη με τους κινδύνους διάπραξης αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και ότι εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα με συνέπεια και αποτελεσματικότητα.