Log in

Χριστουγεννιάτικος «μποναμάς» 1,5 δισ. ευρώ με το κοινωνικό μέρισμα

Παράθυρο για σημαντικού ύψους έξτρα παροχές μέσα στον Δεκέμβριο αφήνουν εκτιμήσεις κυβερνητικών παραγόντων που ανεβάζουν το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης στο επίπεδο-ρεκόρ του 4,5% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος.

Γράφει ο: 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, το υπερπλεόνασμα, δηλαδή το υπερβάλλον του στόχου του 3,5% του ΑΕΠ  ποσό πλεονάσματος, που θα επιτευχθεί φέτος μπορεί να φθάσει το 1% του ΑΕΠ, που ισοδυναμεί με επιπλέον πλεόνασμα 1,8 δισ. ευρώ! Από το ποσό αυτό, τουλάχιστον 1,5 δισ. ευρώ μπορούν να διατεθούν για την καταβολή «κοινωνικού μερίσματος» και τον φετινό Δεκέμβριο σε περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Η εκτίμηση για την διαμόρφωση αυτού του τόσου υψηλού πλεονάσματος προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς κι από τα στοιχεία για την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στο τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανερχόταν στο τέλος Σεπτεμβρίου 2018 στο επίπεδο των 5,74 δισ. ευρώ, που είναι υψηλότερο κατά 1 δις. ευρώ από το πρωτογενές πλεόνασμα που είχε καταγραφεί τον Σεπτέμβριο του 2017. Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι εάν η αύξηση του πλεονάσματος παραμείνει στο 1 δις. ευρώ μέχρι το τέλος του 2018, τότε το συνολικό πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης θα εκτιναχθεί στο 4,5% του ΑΕΠ και θα είναι υψηλότερο κατά 1% του ΑΕΠ ή κατά 1,8 δις. ευρώ από τον σταθερό δημοσιονομικό στόχο του 3,5% του ΑΕΠ.

Στην τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής επισημαίνεται εξάλλου ότι:

- Η αποτροπή της εφαρμογής του μέτρου της περικοπής των συντάξεων από την 1η-1-2019 είναι συμβατή με τον δημοσιονομικό στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και ταυτόχρονα θα έχει θετική επίπτωση και στην ανάπτυξη της οικονομίας καθώς θα συμβάλει στη διαμόρφωση του ποσοστού μεγέθυνσης του ΑΕΠ στο επίπεδο του 2,3% αντί του 2% που εκτιμάται εάν τελικά εφαρμοζόταν η περικοπή των συντάξεων.

- Παρά τις θετικές εξελίξεις που σημειώνονται σε πολλά μακροοικονομικά μεγέθη που αποτυπώνουν την πορεία της οικονομίας υπάρχουν ορισμένες εστίες αβεβαιότητας για τις περαιτέρω εξελίξεις. Οι αβεβαιότητες αυτές είναι:

1) Η περαιτέρω κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και κατ’ επέκταση να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές και τον ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας.

2) Η συνέχιση των αναταράξεων στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές εξαιτίας ταχύτερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων και ανατίμησης του δολαρίου και οι συνεπακόλουθες αρνητικές επιπτώσεις στις αναδυόμενες οικονομίες που έχουν μεγάλο μέρους του χρέους τους εκφρασμένο σε δολάρια.

3) Η συνέχιση των εντάσεων στις σχέσεις ΕΕ-Ιταλίας, οι οποίες θα μπορούσαν να αυξήσουν την αποστροφή κινδύνου των διεθνών επενδυτών. Κάτι τέτοιο, όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις, καθώς θα οδηγούσε σε αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους, γεγονός που θα αποθάρρυνε νέες εκδόσεις ομολόγων και θα δρούσε ανασταλτικά στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

4) Η παραμονή του κόστους δανεισμού σε υψηλά επίπεδα. Ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής τον περασμένο Αύγουστο, οι αποδόσεις των δεκαετών τίτλων του ελληνικού δημοσίου βρίσκονται σε επίπεδα άνω του 4%, κυρίως λόγω της Ιταλίας. Παρά τις υψηλές αποδόσεις, η ύπαρξη του ταμειακού αποθέματος ασφαλείας διασφαλίζει την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της γενικής κυβέρνησης για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και επιτρέπει την προσεκτική και καλά σχεδιασμένη επάνοδο στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό καθώς η επιστροφή στις διεθνείς αγορές με βιώσιμους όρους είναι το τελικό κριτήριο για το εάν τελικά η χώρα θα καταφέρει να ξεπεράσει οριστικά την μακρόχρονη κρίση. Επιπρόσθετα, οι αποδόσεις των τίτλων του δημοσίου επηρεάζουν το σύνολο των εγχώριων επιτοκίων και διατηρούν σε υψηλά επίπεδα το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δρώντας αποτρεπτικά για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων. Συμπληρωματικά σε αυτό, το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών, περιορίζει τις δυνατότητες του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τις εγχώριες επενδύσεις και την ανάκαμψη της οικονομίας. Το ενδεχόμενο μιας βραδύτερης από την αναμενόμενη αύξησης των επενδύσεων το 2019, σε συνδυασμό με μία ταχύτερη επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης για τα εγχώρια αγαθά και υπηρεσίες θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης για το επόμενο έτος.

5) Η κλιμάκωση των δημοσιονομικών πιέσεων υπό το βάρος δικαστικών αποφάσεων που ακυρώνουν εφαρμοσμένες μισθολογικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για καταβολή των αναδρομικών ποσών σε μισθωτούς και συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων που προέκυψαν από τις δικαστικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί μια πράξη συμμόρφωσης στη συνταγματική νομιμότητα. Ωστόσο, προκύπτουν ζητήματα ίσης μεταχείρισης καθώς δεν είναι απόλυτα σαφές γιατί οι μισθολογικές και συνταξιοδοτικές περικοπές ήταν συνταγματικές σε κάποιες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών αλλά αντισυνταγματικές σε κάποιες άλλες. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να εγείρει επιπλέον δικαστικές διεκδικήσεις από άλλες κατηγορίες μισθωτών ή συνταξιούχων με σημαντικό δημοσιονομικό ρίσκο.

6) Το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε εκλογικό κύκλο με εντεινόμενο πολιτικό ανταγωνισμό ο οποίος μπορεί να στείλει αντιφατικά μηνύματα όσον αφορά τις δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής και να διαταράξει τις ευνοϊκές προσδοκίες που έχουν διαμορφωθεί.

7) Οι πρόσφατες υποθέσεις οικονομικών σκανδάλων του ιδιωτικού τομέα που έλαβαν ιδιαίτερη δημοσιότητα και σε διεθνές επίπεδο. Αυτές αφορούν στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις της εισηγμένης εταιρείας Folli Follie και την παραβίαση των κεφαλαιακών ελέγχων της Κίνας από ελληνική επιχείρηση με τη χρήση των συστημάτων πληρωμών POS ελληνικής συστημικής τράπεζας. Τέτοιες υποθέσεις δημιουργούν αμφιβολίες για τις διαδικασίες εταιρικής διακυβέρνησης και την επάρκεια των εποπτικών αρχών και δεν συνεισφέρουν στην εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης στην επενδυτική κοινότητα.

8) Το γεγονός ότι η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή σε σχέση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και εμφανίζει τάσεις επιδείνωσης (παρά τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους). Ενδεικτικά, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα (Doing Business Report, Οκτώβριος 2018) η Ελλάδα κατατάσσεται στην 72 θέση μεταξύ 190 χωρών το 2018 έναντι της 67ης και 61ης θέσης αντίστοιχα το 2017 και το 2016. Επίσης ο Δείκτης Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (Global Competitiveness Index) του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (World Economic Forum, Οκτώβριος 2018), κατατάσσει την Ελλάδα στην 57η θέση ανάμεσα σε 140 χώρες καταγράφοντας υποχώρηση 4 θέσεων σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.

Αναλυτικά σύμφωνα με τα βασικότερα σημεία της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού, η πορεία της ελληνικής οικονομίας διατηρεί τα θετικά στοιχεία και στο τρίτο τρίμηνο του έτους:

1) Ο ρυθμός μεγέθυνσης στο δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους παραμένει θετικός στο 1,8% (έναντι 2,5% στο πρώτο τρίμηνο). Η αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας σε ετήσια βάση οφείλεται κυρίως στην ιδιαίτερα θετική επίδοση των εξαγωγών (+9,4%), ενώ και οι εισαγωγές αυξήθηκαν (+4,3%). Αντίθετα, οι επενδύσεις κατέγραψαν πτώση (-5,4%) σε ετήσια βάση ενώ σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο παρέμειναν αμετάβλητες (0,0%). Η Ιδιωτική Κατανάλωση παρουσίασε αξιόλογη άνοδο (+1,0%) ενώ η Δημόσια Κατανάλωση μειώθηκε (-2,0%).

ΑΕΠ και συνιστώσες, ποσοστιαίες μεταβολές (%)

2017-Q2 2017-Q3 2017-Q4 2018-Q1 2018-Q2
Ιδιωτική Κατανάλωση ετήσια 0,6 -0,1 -0,6 0,0 1,0
τριμηνιαία -0,4 -0,1 0,0 0,5 0,6
   
Δημόσια Κατανάλωση ετήσια -2,1 -1,1 2,1 0,1 -2,0
τριμηνιαία 2,0 2,0 -1,9 -1,8 -0,2
   
Ακαθάριστος σχηματισμός  παγίου κεφαλαίου ετήσια 1,1 -8,3 29,0 -10,3 -5,4
τριμηνιαία -5,1 -5,8 39,5 -28,0 0,0
   
Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ετήσια 9,3 7,6 5,5 8,0 9,4
τριμηνιαία 2,6 5,5 -2,0 1,8 3,9
   
Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών ετήσια 4,8 9,2 5,0 -3,1 4,3
τριμηνιαία -2,6 0,6 1,7 -2,8 4,8
   
ΑΕΠ ετήσια 1,5 1,5 2,0 2,5 1,8
τριμηνιαία 0,9 0,5 0,2 0,9 0,2

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Τριμηνιαίοι Εθνικοί Λογαριασμοί        

Η μείωση των επενδύσεων οφείλεται κατά κύριο λόγο στις υποκατηγορίες Μεταφορικός Εξοπλισμός και Οπλικά Συστήματα (-48,76% σε ετήσια βάση και -28,14% σε τριμηνιαία). Αντίθετα, οι άλλες κατηγορίες επενδύσεων παρουσίασαν θετική ετήσια μεταβολή κατά το δεύτερο τρίμηνο (Κατοικίες 5,12%, Άλλες Κατασκευές 6,90%, Εξοπλισμός Πληροφορικής και Επικοινωνίας 15,36%, Μηχανολογικός Εξοπλισμός και Οπλικά Συστήματα 19,30%).

2) H απασχόληση τον Αύγουστο αυξήθηκε 2,3% σε ετήσια βάση, ενώ η ανεργία μειώθηκε στο 18,9% και οι μισθοί αυξάνονται (2,6% στο δεύτερο τρίμηνο).

3) Η εκτέλεση του προϋπολογισμού είναι βελτιωμένη κατά περίπου 1 δισ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι. Συγκεκριμένα, το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές το εννιάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου του 2018 εμφανίζεται βελτιωμένο κατά 1.089 εκατ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο εννιάμηνο του προηγούμενου έτους.

Ο Κρατικός Προϋπολογισμός παρουσιάζει μειωμένο ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα κατά 311 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Στην πλευρά των εσόδων του Κρατικού Προϋπολογισμού εμφανίζονται αυξημένα τα φορολογικά έσοδα κατά 516 εκατ. ευρώ και τα έσοδα του ΠΔΕ κατά 298 εκατ. ευρώ. Αυτό αντισταθμίζεται από τα μειωμένα έσοδα αποκρατικοποιήσεων, κατά 1.037 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, που περιλαμβάνονται στην κατηγορία «Μη Φορολογικά και Έκτακτα Έσοδα».

Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται αύξηση κατά 582 εκατ. ευρώ, η οποία οφείλεται στην αύξηση των Πρωτογενών δαπανών κατά 1.040 εκατ. ευρώ, στη μείωση των δαπανών για τόκους κατά 353 εκατ. ευρώ και στη μείωση των δαπανών ΠΔΕ κατά 105 εκατ. ευρώ.

Αναφορικά με τους υπόλοιπους υποτομείς της Γενικής Κυβέρνησης, τα Νομικά Πρόσωπα εμφανίζουν μειωμένα έσοδα κατά 157 εκατ. ευρώ και μειωμένες δαπάνες κατά 423 εκατ. ευρώ, καταλήγοντας σε ένα ταμειακό πρωτογενές αποτέλεσμα βελτιωμένο κατά 213 εκατ. σε ετήσια βάση. Οι μεταβιβάσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό εμφανίζονται αυξημένες κατά 94 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2017.