Log in

Ενστάσεις Κομισιόν για υπερπλεονάσματα, «πακέτο Τσίπρα» και αναθεωρήσεις δημοσιονομικών στόχων

Πέντε ενστάσεις-παρατηρήσεις σε πρόσφατες ενέργειες και αποφάσεις της Ελληνικής κυβέρνησης διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τρίτη έκθεση αξιολόγησης της πορείας υλοποίησης του ελληνικού προγράμματος ενισχυμένης εποπτείας, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα.

Γράφει ο: 

Οι ενστάσεις-παρατηρήσεις της Κομισιόν  εστιάζονται:

α) στο γεγονός ότι στους κρατικούς προϋπολογισμούς των τελευταίων ετών παρατηρείται μη εκταμίευση του συνόλου των προβλεπόμενων δαπανών για δημόσιες επενδύσεις. Το φαινόμενο αυτό θεωρείται από την Κομισιόν και ως η βασική αιτία για την επίτευξη των υπερπλεονασμάτων των τελευταίων ετών

β) στο δημοσιονομικό κόστος του «πακέτου Τσίπρα», το οποίο εκτιμάται από την Κομισιόν σε υψηλότερα επίπεδα από αυτά που έχει ανακοινώσει η Ελληνική κυβέρνηση. Συγκεκριμένα, η Κομισιόν υποστηρίζει ότι τα μέτρα φοροελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων που ήδη νομοθετήθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή (μειώσεις συντελεστών ΦΠΑ, 13η σύνταξη, ρυθμίσεις οφειλών σε 120 δόσεις) θα έχουν δημοσιονομικό κόστος πάνω από 1% του ΑΕΠ, δηλαδή περισσότερο από 1,9 δισ. ευρώ τόσο φέτος όσο και στα επόμενα έτη. Η εκτίμηση της Κομισιόν ανεβάζει το κόστος των μέτρων αυτών τουλάχιστον 800 εκατ. ευρώ υψηλότερα από την εκτίμηση που έχει κάνει η Ελληνική κυβέρνηση.

γ) στο γεγονός ότι και για το 2020 η κυβέρνηση ανακοίνωσε κι άλλα μέτρα φορολογικών ελαφρύνσεων

δ) στην απόφαση της κυβέρνησης να μειώσει τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων κατά 1% του ΑΕΠ, ισχυριζόμενη ότι η διαφορά αυτή θα καλυφθεί με εγγυήσεις από το απόθεμα που έχει σχηματιστεί εξαιτίας της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης

ε) στους κινδύνους αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους που εγκυμονούν οι εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις για τη συνταγματικότητα ή μη των περικοπών στις συντάξεις και στα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποκλίσεις από τους κανόνες του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων.

Αναλυτικά, η Κομισιόν στην έκθεσή της διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

1) Η Ελλάδα υπερέβη τον συμφωνηθέντα στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, κυρίως λόγω της μη εκταμίευσης του συνόλου των δαπανών που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό της (λόγω της υποεκτέλεσης του προϋπολογισμού στο σκέλος των δαπανών), ιδιαίτερα δε εξαιτίας περικοπών στις δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις. Το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 4,3% του ΑΕΠ και θα ήταν ακόμη μεγαλύτερο όμως το έκτακτο δημοσιονομικό περιθώριο που προέκυψε επέτρεψε στις Ελληνικές αρχές να εκκαθαρίσουν υποχρεώσεις από μια μη εφαρμοσθείσα απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου (σ.σ. να καταβάλουν αναδρομικά αποδοχών σε δημοσίους λειτουργούς υπαγόμενους σε ειδικά μισθολόγια) και να χορηγήσουν «κοινωνικό μέρισμα» στα νοικοκυριά, στο τέλος του 2018.

Ως επί το πλείστον, η υποεκτέλεση των δαπανών παρατηρήθηκε εξαιτίας του καθορισμού ανωτάτων ορίων πραγματοποίησης δαπανών σε επίπεδα υψηλότερα αυτών που αντανακλούν την πραγματική ικανότητα των κρατικών φορέων να πραγματοποιούν δαπάνες και καθιστά αναγκαία την κατάλληλη αξιολόγηση της κατάστασης των δαπανών και του ρεαλισμού των εκτιμήσεων για το δημοσιονομικό κόστος των νέων πολιτικών. Τέτοια φαινόμενα έχουν εμφανιστεί για αρκετά χρόνια στο παρελθόν.

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υποστηρίζουν τις Ελληνικές αρχές να αντιμετωπίσουν τους λόγους της συστηματικής υστέρησης στην εκταμίευση δαπανών με σκοπό τη βελτίωση των πρακτικών σύνταξης και εκτέλεσης των προϋπολογισμών και την πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων πηγών για δημόσιες επενδύσεις τόσο από κοινοτικούς όσο και από εθνικούς πόρους προκειμένου να υποστηριχτεί η οικονομική ανάπτυξη.

2) Στις 15 Μαΐου 2019, και επομένως μετά την υποβολή του προγράμματος σταθερότητας, οι Ελληνικές αρχές ενέκριναν μια δέσμη μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων, τα οποία, όπως εκτιμούν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, θα έχουν  δημοσιονομικό κόστος άνω του 1% του ΑΕΠ το 2019 και μετά (πάνω από 1,9 δισ. ευρώ το 2019 και τα επόμενα έτη). Τα μέτρα περιλαμβάνουν νέες ρυθμίσεις οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση, τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και τους δήμους, μειώσεις σε επιλεγμένους συντελεστές ΦΠΑ, καθιέρωση 13ης σύνταξης και αντιστροφή της προηγούμενης «μεταρρύθμισης» των συντάξεων χηρείας. Οι προβλέψεις των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων δείχνουν ότι η υιοθέτηση των δημοσιονομικών μέτρων στις 15 Μαΐου 2019 θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη του συμφωνηθέντος στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019 και μετά.

Το μέγεθος της απόκλισης από τον στόχο θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων για την εξόφληση οφειλών και τις επιπτώσεις τους στις υφιστάμενες εισπράξεις εσόδων. Επιπλέον, και όπως υπογραμμίστηκε στην αξιολόγηση του Ελληνικού Προγράμματος Σταθερότητας, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν εγείρουν ανησυχίες σχετικά με την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου του προϋπολογισμού σε διαρθρωτικούς όρους το 2020.

Επαναξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της οδηγίας για το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα πραγματοποιηθεί το φθινόπωρο του 2019, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Σε αναλυτικό πίνακα που ακολουθεί σε άλλο σημείο του κειμένου της έκθεσης η Κομισιόν συγκεκριμενοποιεί τις εκτιμήσεις της για το δημοσιονομικό κόστος του «πακέτου Τσίπρα» αναφέροντας τα εξής:

* Για το 2019 το δημοσιονομικό κόστος εκτιμάται ότι θα φθάσει στα επίπεδα του 1,1%-1,4% του ΑΕΠ (2,1-2,6 δισ. ευρώ)

* Για το 2020 το επαναλαμβανόμενο δημοσιονομικό κόστος θα φθάσει το 1,2%-1,5% του ΑΕΠ (2,3 -2,9 δισ. ευρώ).

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν:

- Οι ρυθμίσεις οφειλών θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,3%-0,6% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ - 1,14 δισ. ευρώ) φέτος και το 2020.

- Οι μειώσεις ΦΠΑ θα κοστίσουν στον προϋπολογισμό 0,3% του ΑΕΠ (570 εκατ. ευρώ) φέτος και 0,4% του ΑΕΠ (760 εκατ. ευρώ) το 2020.

- Η 13η σύνταξη και οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας θα έχουν δημοσιονομικό κόστος 0,5% του ΑΕΠ (950 εκατ. ευρώ) ετησίως.

3) Οι Ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να υιοθετήσουν μια σειρά πρόσθετων επεκτατικών φορολογικών μέτρων για το 2020 το φθινόπωρο του τρέχοντος έτους. Αυτές περιλαμβάνουν μείωση των φορολογικών συντελεστών, καθώς και την καθιέρωση σειράς φοροαπαλλαγών και φορολογικών εκπτώσεων και εξαιρέσεων. Οι αρχές έχουν παράσχει μόνο μια μερική εκτίμηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων των μέτρων αυτών, σύμφωνα με την οποία θα προκαλέσουν απώλεια εσόδων συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ. Προς το παρόν, αυτές οι ανακοινώσεις παραμένουν δηλώσεις μελλοντικής πολιτικής πρόθεσης και η εκτίμηση της ποιότητας των μέτρων και των επιπτώσεών τους στην η επίτευξη των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων θα πραγματοποιηθεί μόνο εάν υποβληθούν πραγματικά λεπτομερείς προτάσεις.

4) Οι Ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν επίσης την πρόθεσή τους να επανεξετάσουν τη συμφωνία που επετεύχθη με τους Ευρωπαίους εταίρους τον Ιούνιο του 2018 όσον αφορά τους ετήσιους στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022. Σε σχέση με αυτό, οι αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο να μεταφέρουν μέρος των ταμειακών αποθεμάτων που δημιουργήθηκαν από την δημοσιονομική υπεραπόδοση της περιόδου 2016-2018 σε λογαριασμό μεσεγγύησης. Κάθε πρόταση που μεταβάλλει τη συμφωνία που επετεύχθη

με τους Ευρωπαίους εταίρους τον Ιούνιο του 2018 θα πρέπει να συζητηθεί στο Eurogroup, στο πλαίσιο μιας νέας επικαιροποιημένης ανάλυσης βιωσιμότητας του Ελληνικού δημοσίου χρέους.

5) Τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικούς δημοσιονομικούς κινδύνους όσο συνεχίζουν να υφίστανται εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις που αφορούν την πιθανή διεύρυνση των εξαιρέσεων από το ενιαίο  μισθολόγιο. Καμία νέα πληροφορία σχετικά με την εκκρεμούσα υπόθεση για τις συντάξεις δεν έχει γίνει διαθέσιμη από τη δημοσιοποίηση της δεύτερης έκθεσης αξιολόγησης της πορείας του προγράμματος ενισχυμένης εποπτείας και η ετυμηγορία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη συνταγματικότητα των περικοπών των επιδομάτων εορτών και αδείας δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

Επιπλέον, οι κίνδυνοι για την ακεραιότητα του ενιαίου μισθολογίου έχουν ήδη αρχίσει να επιβεβαιώνονται και παραμένουν πηγή ανησυχίας. Προέρχονται κυρίως από την απόφαση απαλλαγής ορισμένων υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών από το ενιαίο μισθολόγιο τον Οκτώβριο του 2018, μια απόφαση που έχει επεκταθεί και σε άλλους δημόσιους φορείς από τότε. Ενώ το κόστος αυτού του μέτρου είναι σχετικά περιορισμένο αυξάνει την πιθανότητα νομικών προκλήσεων από άλλες ομάδες δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να νομοθετηθούν περαιτέρω διακριτικές εξαιρέσεις. Η δημιουργία ενιαίου μισθολογίου ήταν μια από τις βασικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων οικονομικής βοήθειας. Σε περίπτωση δικαστικών αποφάσεων ανατροπής βασικών διαρθρωτικών στοιχείων των μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος, οι επαναλαμβανόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις τέτοιων αποφάσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται σε μεγάλο βαθμό με παρεμβάσεις στον ίδιο τομέα πολιτικής.

Διαβάστε ακόμη:

Κομισιόν: Ενστάσεις για 120 δόσεις, μείωση ΦΠΑ και 13η σύνταξη