Log in

Alpha Bank: H απασχόληση στην Ελλάδα από το 2014 έως σήμερα

Την πορεία της απασχόλησης στην Ελλάδα από το 2014 έως και σήμερα αναλύει το Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.

Η Μεταποίηση και οι Υπηρεσίες δημιούργησαν τις περισσότερες θέσεις απασχόλησης, ενώ οι Κατασκευές απώλεσαν το ρόλο του παρελθόντος, σημειώνεται στην μελέτη, ενώ αναφέρεται στους παράγοντες που οδηγούν σε συχνότερη παραμονή των απασχολούμενων άνω των 55 ετών στην εργασία.

Όπως σημειώνεται στην μελέτη με τίτλο: "Δημιουργία Θέσεων Εργασίας 2014-2019: Σύνθεση και Σύγκριση με τη Δεκαετία του 2000", με βάση τα εποχικά προσαρμοσμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τον Αύγουστο του 2019, ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 1,8%, σε ετήσια βάση, (+70 χιλ. άτομα), με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας να υποχωρήσει στο 16,7%, από 18,9% τον Αύγουστο του 2018, επιτυγχάνοντας την καλύτερη επίδοση που έχει σημειωθεί από τον Απρίλιο του 2011.

Σημειώνεται ότι, σωρευτικά, το ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί κατά 11,1 ποσοστιαίες μονάδες από το ιστορικά υψηλό επίπεδο του Σεπτεμβρίου του 2013.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη σταδιακή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία στηρίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (European Economic Forecast, Autumn 2019), ο ρυθμός της αύξησης της απασχόλησης αναμένεται να παραμείνει σε επίπεδο άνω του 2%, μέχρι και το 2020 και το ποσοστό ανεργίας να διαμορφωθεί σε 17,3% το 2019 και 15,4% το 2020.

Στο παρόν Δελτίο αναλύουμε τα κύρια χαρακτηριστικά της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας την περίοδο 2014-2019, σε σύγκριση, αφενός με την περίοδο πριν από την κρίση 2000-2008 και αφετέρου με τις επιδόσεις των άλλων χωρών στην Ευρωζώνη. Στο Γράφημα 1, απεικονίζεται η σωρευτική αύξηση του αριθμού απασχολουμένων επιλεγμένων χωρών, καθώς και το μερίδιό τους στη συνολική αύξηση της απασχόλησης στην Ευρωζώνη, στις δύο υπό εξέταση χρονικές περιόδους: από την εισαγωγή του ευρώ στην Ελλάδα έως την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης (2002-2008) και κατά τη φάση της ανάκαμψης στην Ευρωζώνη, δηλαδή από το 2014 έως σήμερα.

Το μερίδιο της Ελλάδας στην αύξηση της απασχόλησης της Ευρωζώνης και στις δύο περιόδους κυμαίνεται από 3% (+322 χιλ. άτομα στη φάση ανάκαμψης) έως 4% (+433 χιλ. άτομα περίοδος προ κρίσης). Αντίθετα, η Γερμανία στη φάση της ανάκαμψης αντιπροσωπεύει ένα σημαντικά μεγαλύτερο μερίδιο στην αύξηση της απασχόλησης της ΖτΕ (2,5 εκατ. ή 24,5%) απ’ ό,τι την περίοδο 2002-2008 (1 εκατ. ή 10,2%), ενώ τα μερίδια των άλλων χωρών -με εξαίρεση την Πορτογαλία- έχουν μειωθεί.

Σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που εξέτασε χρονικές περιόδους πριν και μετά την οικονομική κρίση («Compositional changes behind the growth in euro area employment during the recovery, ECB Economic Bulletin Issue 8/2018»), αυτό αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τους διαφορετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης σε αυτές τις χώρες κατά τη διάρκεια των δύο περιόδων.

Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Ισπανία, πέντε περίπου χρόνια πριν την οικονομική κρίση, ήταν η κύρια χώρα προορισμού για τους μετανάστες εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ κατά τη διάρκεια της ανάκαμψης η Γερμανία σημείωσε τη μεγαλύτερη εισροή μεταναστών. Η Πορτογαλία, επίσης, έχει αυξήσει αισθητά τη συμβολή της στην αύξηση της απασχόλησης της ΖτΕ από το 2014 μέχρι και σήμερα.

Στην πρόσφατη περίοδο ανάκαμψης της απασχόλησης στην Ελλάδα, η σύνθεση των δημιουργούμενων νέων θέσεων εργασίας είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο ανόδου της.
Πρώτον, ο κλάδος των υπηρεσιών συνέβαλε σημαντικά στην αύξηση της απασχόλησης και στις δύο περιόδους στην Ελλάδα, με υψηλότερο μερίδιο κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ανάκαμψης.

Δεύτερον, παρά το γεγονός ότι η αναλογία πτυχιούχων στο συνολικό πληθυσμό έχει αυξηθεί, το μερίδιό τους στην αύξηση της απασχόλησης είναι μειωμένο σε σύγκριση με την περίοδο πριν την κρίση, λόγω του φαινομένου του «brain drain».

Τρίτον, η ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών εξακολουθεί να κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική αύξηση της απασχόλησης, το ποσοστό αυτό, όμως, έχει μειωθεί σε σύγκριση με το διάστημα 2002-2008. Αυτό οφείλεται συνδυαστικά στην παραμονή των μεγαλύτερων σε ηλικία απασχολούμενων στην αγορά εργασίας λόγω δημογραφικών αλλαγών, συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων και υψηλής ανεργίας των νέων.

Τέλος, στη δεκαετία του 2000, το μερίδιο των αλλοδαπών στην αύξηση της απασχόλησης ήταν μεγαλύτερο απ’ ότι είναι στην πρόσφατη φάση ανάκαμψης, παρά την ένταση των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών».