Log in

ΔΝΤ: Μαύρα μαντάτα για την ελληνική οικονομία

Την αδυναμία της χώρας να μπει σε μία περίοδο ουσιαστικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η οποία αποκρυπτογραφείται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ήρθε σήμερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την έκθεσή του να επιβεβαιώσει. Το χρέος επιδεινώνεται, η παραγωγική δραστηριότητα σέρνεται και οι μεταρρυθμίσεις παραμένουν στάσιμες.

Γράφει ο: 

Ειδικότερα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αμφισβητεί τον δημοσιονομικό στόχο του 2020, αναφέροντας ότι υπερκαλύπτεται ο δημοσιονομικός στόχος για φέτος (3,7% του ΑΕΠ πρωτογενές πλεόνασμα) αλλά ότι αυτό δεν θα καταστεί εφικτό το 2020 (3,1 % πρωτογενές πλεόνασμα) ούτε στη συνέχεια (2,7% με 2,2% πρωτογενές πλεόνασμα από το 20221 έως το 2024), λόγω των ασκούμενων πολιτικών. Πρόκειται για μία θέση με την οποία δεν διαφωνεί μόνο η Αθήνα αλλά και η Επιτροπή που έχει ήδη επιβεβαιώσει την επίτευξη του στόχου το 2020 και το 2021.

Επιπλέον τονίζει ότι προκειμένου να καλύψει η κυβέρνηση το στόχο μπορεί να επαναλάβει και τον επόμενο χρόνο την επιλογή της υποεκτέλεσης του προϋπολογισμού Δημοσίων επενδύσεων.

"Παρά τη δέσμευση της κυβέρνησης για ένα πρωτογενές πλεόνασμα ή 3,5% του ΑΕΠ για το 2020, το προσωπικό προβλέπει πως το πρωτογενές πλεόνασμα θα μειωθεί στο 3% του ΑΕΠ στο πλαίσιο των τρεχουσών πολιτικών" εκτιμώντας επίσης ότι τα μέτρα εξισορρόπησης "είναι ανεπαρκή ή / και εξαιρετικά αβέβαια".

Παράλληλα, μειώνει τις εκτιμήσεις για το ρυθμό ανάπτυξης τώρα αλλά και μακροχρόνια, για τα οφέλη στο κόστος δανεισμού και στη βιωσιμότητα του χρέους από την αλλαγή συνθηκών στην αγορά ομολόγων, αλλά και για την επάρκεια των παρεμβάσεων μείωσης των NPLs και για τον εμπροσθοβαρή χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων.

Η έκθεση βιωσιμότητας δείχνει "κινδύνους για τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ασθενέστερης ανάπτυξης, των χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων ή / και της υλοποίησης των ενδεχόμενων υποχρεώσεων" όπως είναι οι αποφάσεις του ΣτΕ, αναφέρει το Ταμείο.

Κριτική ασκεί και για το εργασιακό, επιμένοντας στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και στην μείωση της δαπάνης για συντάξεις ώστε να αλλάξει το "μείγμα" πολιτικής και να γίνει πιο αναπτυξιακό.

Η απάντηση της Ελλάδας

Η Ελληνική πλευρά  μέσω του εκπροσώπου στο ΔΝΤ Μιχάλη Ψαλιδόπουλου και της επιστολής του (που περιλαμβάνεται στο πακέτο εκθέσεων που σήμερα ανακοινώθηκαν) προέβη σε πάρα πολύ έντονη απάντηση, αναφέροντας ότι  η έκθεση του Ταμείου δίνει έμφαση υπερβολικά πολύ στο παρελθόν και σε προκλήσεις και υποτιμά τις θετικές πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες βελτιώνουν σημαντικά τις προοπτικές - τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μεσοπρόθεσμες - της Ελληνικής οικονομίας.

Στην μακροσκελή του δήλωση, ο κος Ψαλιδόπουλος επισημαίνει την πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή και τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν, τονίζοντας ότι εκφράσεις όπως η ελληνική ανάκαμψη «είναι πολύ μικρότερη από τις προσδοκίες» και «οι αρχές σε μεγάλο βαθμό απέτυχαν στις προσπάθειες να πετύχουν τον πολύ απαραίτητο μετασχηματισμό της οικονομίας» είναι ανακριβείς και δεν συνηγορούν σε μια ισορροπημένη ανάλυση των οικονομικών εξελίξεων την περίοδο των προγραμμάτων.

Βασική παράμετρος της ανάλυσης είναι η πρόβλεψη για μέτρια/μειούμενη ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και η ύπαρξη δημοσιονομικών ρίσκων. Η Αθήνα όμως επισημαίνει ότι έχει αναλάβει την «ιδιοκτησία» των μεταρρυθμίσεων και εκλέχθηκε με ατζέντα την εφαρμογή της. Υπό αυτό το πρίσμα υποστηρίζει ο κος Ψαλιδόπουλος σημαντικό τμήμα των απαισιόδοξων προβλέψεων δεν υφίσταται.

Οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνει ο προϋπολογισμός του 2020 είναι πολύ πιο αισιόδοξες, ενώ σε αυτό συντείνουν και οι πρόδρομοι δείκτες. Χαρακτηριστικά σημειώνεται το ότι οι αποδόσεις των ομολόγων είναι σε ιστορικά χαμηλά, ελληνικές εταιρείες έχουν επίσης δανειστεί πολύ φθηνά (ΟΤΕ, Ελληνικά Πετρέλαια κ.τλ.) και ο δείκτης οικονομικού κλίματος είναι στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008.