Log in

«Ζωντανοί» οι φορολογικοί έλεγχοι στις λίστες Λαγκάρντ και Μπόργιανς

Το Δημόσιο μπορεί απρόσκοπτα να συνεχίσει να διεκδικεί φόρους και πρόστιμα, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από φορολογικούς ελέγχους σε υποθέσεις φυσικών προσώπων που περιλαμβάνονται στις λίστες Λαγκάρντ και Μπόργιανς, καθώς όσοι έλεγχοι στα πρόσωπα αυτά ολοκληρώθηκαν μέχρι το τέλος του 2018 δεν μπορούν να ακυρωθούν με επίκληση των διατάξεων περί πενταετούς παραγραφής, ενώ όσοι έλεγχοι εκκρεμούν και αφορούν στο έτος 2008 δεν έχουν ακόμη υποπέσει σε παραγραφή.

Γράφει ο: 

Όλα αυτά, παρά την ύπαρξη απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απεφάνθη ότι για τις υποθέσεις αυτές ισχύει η πενταετής περίοδος παραγραφής και συνεπώς έχουν, ήδη, παραγραφεί.

«Συμπληρωματικά στοιχεία»

Τα περιλαμβανόμενα στις λίστες Λαγκάρντ και Μπόργιανς δεδομένα από τις κινήσεις των λογαριασμών χιλιάδων Ελλήνων φορολογουμένων σε ελβετικές τράπεζες, τα οποία αφορούν στα έτη 2006-2008, εξακολουθούν να θεωρούνται «συμπληρωματικά στοιχεία» τα οποία δεν ήταν σε θέση να έχουν στη διάθεσή τους οι ελληνικές φορολογικές αρχές κατά την κανονική πενταετή περίοδο παραγραφής των υποθέσεων.

Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι τα εν λόγω στοιχεία περιήλθαν στην κατοχή των ελληνικών αρχών μετά την πάροδο της κανονικής πενταετούς περιόδου παραγραφής, δηλαδή από το 2013 και μετά, έχει οδηγήσει αυτόματα στην παράταση της πενταετούς περιόδου παραγραφής των υποθέσεων για άλλα πέντε έτη, με αποτέλεσμα το χρονικό περιθώριο διενέργειας ελέγχων στις συγκεκριμένες υποθέσεις να είναι δεκαετές. Συνεπώς, δεν μπορούν να ακυρωθούν λόγω παραγραφής όσοι έλεγχοι στις υποθέσεις της λίστας Λαγκάρντ και της λίστας Μπόργιανς ολοκληρώθηκαν:

i. μέχρι 31-12-2017 εφόσον αφορούσαν στο έτος 2006

ii. μέχρι 31-12-2018 εφόσον αφορούσαν στο έτος 2007.

Επίσης, για τους ελέγχους των υποθέσεων του έτους 2008, που αφορούν στις συγκεκριμένες λίστες, η δεκαετής περίοδος παραγραφής λήγει στις 31-12-2019, οπότε οι ελληνικές φορολογικές αρχές έχουν ακόμη χρονικό περιθώριο 6 μηνών να ολοκληρώσουν και αυτούς τους ελέγχους.

Το σκεπτικό της ΔΕΔ

Τα προαναφερόμενα συμπεράσματα προκύπτουν:

από τον έλεγχο της ορθότητας του σκεπτικού μιας απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την οποία θεωρήθηκε ότι η χρονική περίοδος παραγραφής των υποθέσεων της λίστας Λαγκάρντ είναι πενταετής και έχει εκπνεύσει ήδη από το 2013 και νωρίτερα, καθώς τα στοιχεία των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών στην Ελβετία δεν θεωρούνται «συμπληρωματικά», επειδή οι ελληνικές φορολογικές αρχές μπορούσαν να τα είχαν αναζητήσει και να τα είχαν βρει εντός της κανονικής πενταετούς περιόδου παραγραφής, βασιζόμενες σε μια κυρωθείσα το 2005 διακρατική «Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας», με την οποία έχει θεσπιστεί καθεστώς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των φορολογικών αρχών όλων των κρατών-μελών και της Ελβετίας.

από δύο αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Ειδικότερα:

i. Συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας για ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό τη διερεύνηση απόκρυψης φορολογητέου εισοδήματος δεν υπάρχει. Η συμφωνία που επικαλείται το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών αφορά μόνο σε υποθέσεις «φορολογικής απάτης» ή αδικημάτων ίδιας βαρύτητας με τη φορολογική απάτη και σύμφωνα με το δίκαιο της Ελβετίας, κι όχι σε υποθέσεις φοροδιαφυγής σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου όπως αυτές που διερευνώνται στις λίστες Μπόργιανς και Λαγκάρντ. Εξάλλου, στοιχεία για την ύπαρξη λογαριασμών στην Ελβετία δεν ήταν ποτέ στη διάθεση των ελληνικών φορολογικών αρχών με ταχύτατες διαδικασίες ούτε υπήρχε δυνατότητα να ερευνώνται όλοι ανεξαιρέτως οι ελεγχόμενοι Έλληνες φορολογούμενοι και για το εάν έχουν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία ή ακόμη και σε άλλα κράτη.

ii. Η ΔΕΔ, με την υπ’ αριθμόν 5165/28.12.2018 απόφασή της, επί άλλου φορολογικού ζητήματος για το οποίο είχε εκδοθεί απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου ευνοϊκή για τον προσφεύγοντα φορολογούμενο, ξεκαθάρισε ότι:

α. Το σύνολο των διδόμενων από τα δικαστήρια συγκεκριμένων λύσεων σε νομικά ζητήματα αποτελεί τη νομολογία των δικαστηρίων. Προκειμένου όμως να γίνεται λόγος περί «παγίας νομολογίας», θα πρέπει να πρόκειται περί σειράς δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες ορισμένο νομικό ζήτημα κρίθηκε επανειλημμένως από τα δικαστήρια με τέτοιο ομοιόμορφο, σταθερό και συνεχή τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η δημιουργία στους δικαζόμενους και στη Διοίκηση της πεποίθησης ότι, επί παρόμοιας στο μέλλον υποθέσεως η κρίση των δικαστηρίων θα είναι όμοια, προαγομένου με τον τρόπο αυτό του αισθήματος της ασφάλειας δικαίου.

β. Κάθε απόφαση που δεν έχει εκδοθεί από ανώτατο δικαστήριο, δεν δύναται να θεωρηθεί ως «πάγια νομολογία» ούτε διαλαμβάνεται ότι μέσω αυτής δίδεται «νομική ερμηνευτική λύση» επί του κρινόμενου νομικού ζητήματος.

γ. Η ΔΕΔ με την υπ’ αριθμόν 1853/30.05.2019 απόφασή της, απέρριψε προσφυγή φορολογούμενης η οποία ζητούσε την ακύρωση πράξεων επιβολής φόρων και προστίμων, που είχαν επιβληθεί σε βάρος της, επικαλούμενη μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι το δικαίωμα του Δημοσίου για έλεγχο των ετών 2008-2011 έχει παραγραφεί, λόγω παρέλευσης της κανονικής πενταετούς περιόδου παραγραφής. Η συγκεκριμένη φορολογούμενη ελέγχθηκε με βάση στοιχεία κινήσεων τραπεζικού λογαριασμού της στην Ελβετία. Η ΔΕΔ απεφάνθη ότι ο συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός δεν ήταν στη διάθεση των ελεγκτικών αρχών και τα στοιχεία των κινήσεών του δεν ήταν δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά την αρχική πενταετή προθεσμία παραγραφής, καθόσον δεν υπήρχε σύμβαση ανταλλαγής πληροφοριών πριν το 2012 μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας.