Log in

Έξοδος στην αγορά: Πόσο επιτυχημένη ήταν;

Το «κακό παιδί» επέστρεψε στην αγορά ομολόγων. Με ένα «ζουμερό», σε απόδοση, 7ετές νέο ομόλογο (αγγλικού δικαίου, παρεμπιπτόντως), η Ελλάδα αψήφησε το βαρύ διεθνές κλίμα και άντλησε 3 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές προσφορές έφθασαν τα 6,8 δισ. ευρώ, δηλαδή η έκδοση καλύφθηκε κατά 2,3 φορές.

Γράφει ο: 

Μπορούμε, λοιπόν, να πανηγυρίσουμε ένα θρίαμβο; Η σύντομη απάντηση είναι «όχι»!

Το γεγονός ότι βρήκαμε επενδυτές πρόθυμους να δανείσουν μια χώρα με ομόλογα κατηγορίας “junk” («σκουπίδια»), που μόλις πριν λίγα χρόνια «κούρεψε» τους ιδιώτες πιστωτές της και έχει λάβει τρεις φορές δάνεια από επίσημους πιστωτές για να αποφύγει τη χρεοκοπία και την έξοδο από την ευρωζώνη, επιβεβαιώνει ότι η οικονομία κινείται στη σωστή κατεύθυνση και η εμπιστοσύνη των επενδυτών σταδιακά αποκαθίσταται.

Όμως, αν δει κανείς προσεκτικά τις λεπτομέρειες περί την έκδοση των 7ετών ομολόγων καταλαβαίνει ότι πρόκειται μόνο για ένα πρώτο βήμα μιας πολύ δύσκολης πορείας, που δεν δικαιολογεί θριαμβολογίες.

Η Ελλάδα, στην πραγματικότητα δεν έχει επιστρέψει σε αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «αγορά ομολόγων». Τα ελληνικά ομόλογα τοποθετούνται χαμηλότερα από την επενδυτική βαθμίδα των οίκων αξιολόγησης και αυτό δεν θα αλλάξει τουλάχιστον για ενάμιση χρόνο ακόμη.

Αυτό σημαίνει ότι τα επενδυτικά μεγαθήρια της αγοράς (αμοιβαία κεφάλαια ομολόγων, ασφαλιστικά ταμεία κ.α.) απαγορεύεται να αγοράζουν τα ελληνικά ομόλογα, αφού είναι υποχρεωμένα από το καταστατικό τους να επενδύουν μόνο σε τίτλους επενδυτικής βαθμίδας.

Έτσι, η Ελλάδα, ως εκδότης ομολόγων, είναι υποχρεωμένη να απευθύνεται σε ένα μικρό κλάσμα των κεφαλαίων που κυκλοφορούν στη διεθνή αγορά, δηλαδή στα πλέον κερδοσκοπικά κεφάλαια, που ακολουθούν ανορθόδοξες επενδυτικές πρακτικές, χωρίς να περιορίζονται στις επενδυτικές επιλογές τους από τις βαθμολογίες που δίνουν οι οίκοι αξιολόγησης.

Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αυτής της κατηγορίας κάλυψαν, λοιπόν, την έκδοση των ελληνικών ομολόγων και μάλιστα χωρίς να εισρεύσουν σημαντικά «φρέσκα» κεφάλαια.

Αυτό το έχουμε ήδη πληρώσει αρκετά ακριβά: τις τελευταίες ημέρες, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά έχουν αυξηθεί αρκετά, με το 10ετές ομόλογο να έχει φθάσει ήδη στο 4,3%, ενώ μέχρι πριν από λίγες ημέρες βρισκόταν κάτω από το 3,7%. Σήμερα, αρχίζει η διαπραγμάτευση του νέου 7ετούς και εκτιμάται ότι η τιμή του θα υποχωρήσει από την αρχική και η απόδοση θα ανεβεί υψηλότερα από το 3,5%.

Οι αποδόσεις αυτές θα πρέπει να επανέλθουν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα και να διατηρηθούν χαμηλά, στη διάρκεια του έτους, αλλιώς το εγχείρημα της επανόδου στην αγορά ομολόγων θα γίνει μια πολύ δύσκολη υπόθεση.

Ένας νηφάλιος παρατηρητής, χωρίς πολιτικούς και κομματικούς περιορισμούς στην αντίληψή του, αντιλαμβάνεται ότι το εγχείρημα της «καθαρής εξόδου» από τα προγράμματα χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του ΔΝΤ θα χρειασθεί μεγάλες προσπάθειες.

Σαν ψαρόβαρκα που ανοίγεται στον ωκεανό, η Ελλάδα καλείται να κινηθεί στα βαθιά νερά της αγοράς ομολόγων, με τους τίτλους της στην κατηγορία «σκουπίδια», την ώρα που έχει εκδοθεί... δελτίο θυέλλης, αφού είναι πλέον πολύ πιθανό να «σφίξει» η αμερικανική κεντρική τράπεζα τη νομισματική πολιτική της (βλ. αυξήσεις επιτοκίων) περισσότερο από όσο όλοι εκτιμούσαν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, δηλαδή πριν διαπιστωθεί ότι είναι ορατός ο κίνδυνος υπερθέρμανσης της αμερικανικής οικονομίας.

Σύντομα η απόδοση του ασφαλέστερου ομολόγου στον πλανήτη, του αμερικανικού 10ετούς τίτλου, θα βρίσκεται πάνω από το 3%, ενώ ήδη, σε λιγότερο από δύο μήνες, η απόδοση του ασφαλέστερου ομολόγου της ευρωζώνης, του γερμανικού 10ετούς, έχει υπερδιπλασιασθεί, ξεπερνώντας το 0,7%.

Μπορούμε, σε τέτοιες συνθήκες, να εξασφαλίσουμε δανεισμό από την αγορά, με κόστος που δεν θα επαναφέρει τη χώρα σε τροχιά χρεοκοπίας; Παρέχει αρκετή ασφάλεια έναντι πιθανών διαταραχών το «μαξιλάρι» των 20 δισ. ευρώ, που δημιουργεί η κυβέρνηση, με δανεικά από τον ESM και από την αγορά; Μπορεί η Ελλάδα να πορευθεί εκ του ασφαλούς στην αγορά χωρίς μια σοβαρή λύση για το χρέος (επιμήκυνση τουλάχιστον κατά 8 χρόνια της περιόδου χάριτος των δανείων του EFSF); Μήπως θα πρέπει να επανεξετασθεί η λύση της προληπτικής πιστωτικής γραμμής από τον ESM, όσο και αν χαλάει την πολιτική ρητορική περί «καθαρής εξόδου»;

Αυτά είναι τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν τους επόμενους μήνες, ως τον Ιούνιο και πάντως πριν την έξοδο από μνημόνιο, τον Αύγουστο. Και πρέπει να απαντηθούν από όλους τους εμπλεκόμενους, ελληνική κυβέρνηση και επίσημους πιστωτές, με νηφαλιότητα και όσο το δυνατόν συντηρητικότερους υπολογισμούς. Γιατί, όσο τα ελληνικά ομόλογα θεωρούνται «σκουπίδια» και ο κίνδυνος της διεθνούς αύξησης των επιτοκίων γίνεται ορατός, τόσο η πλοήγηση της χώρας στην αγορά ομολόγων θα κρύβει σοβαρούς κινδύνους, ακόμη και αν η Ελλάδα δεν επανέλθει σε κακές δημοσιονομικές συνήθειες του παρελθόντος...