Log in

Η Ευρώπη πληρώνει τα λάθη και την ατολμία της

Ευτυχώς χάρις στο πολύ αναλυτικό αρχείο μου, που έμαθα από νωρίς στην καριέρα μου να κρατάω, μπορώ να είμαι ακριβής. Ήταν Μάρτιος του 2013, όταν εργαζόμενη στον «Επενδυτή» ετοίμασα ένα αναλυτικό ρεπορτάζ για την τέταρτη(!) στη σειρά συνταγματική αναθεώρηση και τη σωρεία αμφιλεγόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων που είχε δρομολογήσει μέχρι τότε, ήτοι μόλις στα τρία χρόνια εξουσίας του, ο Βίκτορ Όρμπαν, ως πρωθυπουργός της Ουγγαρίας.

Γράφει η: 

Κατέγραφα, τότε, τις καταγγελίες γνωστών οργανώσεων για τις αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις, τη δυσφορία ευρωπαίων αξιωματούχων και πολιτικών για την απομάκρυνση της χώρας από τις θεμελιώδεις αρχές της Ε.Ε. –ο τότε Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γκίντο Βέστερβελε συνυπέγραφε με έτερους ομολόγους του γραπτή επιστολή προς την Κομισιόν για το ζήτημα της Ουγγαρίας- και την όλη συζήτηση που είχε ανοίξει στον ευρωπαϊκό Τύπο για την πιθανή ενεργοποίηση του περίφημου άρθρου 7 της ευρωπαϊκής Συνθήκης. Μάλιστα, το κείμενο μου είχε προκαλέσει την αντίδραση της ουγγρικής πρεσβείας στην Ελλάδα, κάτι που δεν μου είχε ξανασυμβεί ποτέ στην πολύχρονη καριέρα μου, ούτε μέχρι τότε, ούτε αισίως μέχρι σήμερα.

Ήταν μια... πρωτιά που ένας δημοσιογράφος δεν ξεχνάει εύκολα. Και μου ήρθε αυτομάτως στο μυαλό, με αφορμή την προχθεσινή θυελλώδη συνεδρίαση στην Ευρωβουλή και την έγκριση από την ολομέλεια της ενεργοποίησης του άρθρου 7 κατά της ουγγρικής κυβέρνησης, που συνεπάγεται κυρώσεις που μπορεί να φτάσουν, στην χειρότερη περίπτωση, έως τη στέρηση του δικαιώματος ψήφου της χώρας στα συμβούλια.

Ο λόγος, βέβαια, που αποφάσισα να σχολιάσω σήμερα την υπόθεση δεν έχει να κάνει με την Ουγγαρία και το αν ευσταθούν ή όχι οι καταγγελίες κατά του Όρμπαν. Το πρόβλημα μου δεν είναι η Ουγγαρία. Το πρόβλημα μου είναι η ενωμένη Ευρώπη. Δεν μπορώ να μην λοιδορήσω την Ε.Ε., όχι απλά για την λίαν καθυστερημένη αντίδραση της, αλλά για την... όποτε θέλω και κρίνω ότι με συμφέρει, αντίδραση της. Ο Όρμπαν μετρά ήδη οκτώ χρόνια διακυβέρνησης και μόλις πέρυσι επανεξελέγη για τρίτη(!) θητεία. Το άνωθεν κείμενο με τις καταγεγραμμένες αντιδράσεις της Ευρώπης χρονολογείται από το 2013 και στο μεσοδιάστημα ακολούθησαν κι άλλες αμφιλεγόμενες ρυθμίσεις από την ουγγρική κυβέρνηση (μεταξύ άλλων για τον Τύπο, για τη Δικαιοσύνη, για τους Πρόσφυγες) για την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και θεσμοί εξέφραζαν τον... έντονο προβληματισμό τους, αλλά δίχως να κάνουν τίποτε παραπάνω. Πολύ συζήτηση... πολύ μπλα-μπλα... ουσία μηδέν! Το αποτέλεσμα ήταν η ισχυροποίηση του Όρμπαν (που, μάλλον, δίκαια έφτασε να θεωρεί ότι είναι στο απυρόβλητο), αλλά και του υπερσυντηρητικού μετώπου που είχε στήσει με τα έτερα ανατολικοευρωπαϊκά κράτη της Visegrad.

Και φτάνουμε, λοιπόν, στο πως και στο γιατί η Ευρώπη αποφάσισε τώρα να... ξυπνήσει. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ο δισταγμός της Ευρώπης είχε να κάνει με την απροθυμία της να δείξει ότι ανακατεύεται στα εσωτερικά των κρατών μελών –αλήθεια; δεν ανακατεύεται ποτέ η Ευρώπη;-. Θα μπορούσαμε να προσμετρήσουμε και τον ούτως ή άλλως δεδομένα αργοκίνητο και γραφειοκρατικό μηχανισμό των θεσμών, διότι, κακά τα ψέματα, η Ε.Ε. δεν φημίζεται για την ευελιξία της και την ταχεία αντίδραση της στα γεγονότα. Όμως, προσωπικά «ψηφίζω» την πιο ρεαλιστική απάντηση, ότι αποφάσισε να ασχοληθεί με τους... Όρμπαν, διότι το πρόβλημα της διογκούμενης ακροδεξιάς (με νωπή ακόμη και τη σουηδική κάλπη) θίγει, πλέον, ευθέως τα συμφέροντα της συστημικής Ευρώπης. Και με τον χρόνο για τις κρίσιμες ευρωεκλογές της ερχόμενης άνοιξης να μετρά, πλέον, αντίστροφα, το θέμα είναι πιεστικό.

Το timing, άλλωστε, λίγες ημέρες πριν την άτυπη Σύνοδο του Σάλσμπουργκ, με κεντρικά θέματα το Brexit και το Προσφυγικό, δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Τον Ιούλιο, όταν η κρίση στο εσωτερικό του γερμανικού κυβερνητικού συνασπισμού, με αφορμή το Προσφυγικό, είχε φτάσει στο «κόκκινο» θέτοντας σε κίνδυνο την σταθερότητα του, η Άνγκελα Μέρκελ κατάφερε να αποφύγει τα χειρότερα υποσχόμενη αλλαγές στην προσφυγική πολιτική και στοχευμένες συμφωνίες με έτερα κράτη μέλη. Και στο γύρο των επαφών που είχε, τόσο η ίδια, όσο και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, σχεδόν όλοι οι ευρωπαίοι εταίροι της –πρόθυμα ή μη- συμφώνησαν να... βάλουν πλάτη. Μόνη εξαίρεση ο Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος στη συνάντηση που είχε με την Καγκελάριο στο Βερολίνο, την... έφτυσε απροκάλυπτα (γεγονός που δεν διέφυγε της προσοχής του γερμανικού Τύπου), αρνούμενος να βάλει νερό στο κρασί του.

Το πιθανότερο είναι ότι με την προχθεσινή εξέλιξη ο Όρμπαν «πλήρωσε» το «όχι» εκείνης της ημέρας. Η ψηφοφορία στην Ευρωβουλή δεν θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τη στήριξη μεγάλου μέρους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στο οποίο ανήκει το κόμμα του Όρμπαν και πρωτοστατούν, βεβαίως, οι γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες. Όμως, εν όψει της Συνόδου του Σάλσμπουργκ –και με την Μέρκελ να «καίγεται» έχοντας μπροστά της τις κρίσιμες τοπικές εκλογές στη Βαυαρία, τον Οκτώβριο- ο στόχος δεν είναι μόνο η Ουγγαρία του Όρμπαν, αλλά ευρύτερα, το απείθαρχο, ανατολικοευρωπαϊκό μπλοκ. Το μήνυμα είναι ότι, αν δεν συνετιστούν, επιτέλους, επιδεικνύοντας συνεργασία στο Προσφυγικό, θα πρέπει να είναι έτοιμοι να υποστούν τις συνέπειες, οι οποίες συνέπειες θα είναι, πλέον, απτές και συγκεκριμένες. Μάλιστα, στα πηγαδάκια των Βρυξελλών γίνεται πολύ συζήτηση για τον... επόμενο στόχο της Πολωνίας.

Οι όροι της μάχης και τα στρατόπεδα έχουν ξεκαθαρίσει. Ο Όρμπαν και η παρέα του δεν θα καταθέσουν τα όπλα εύκολα, είναι συσπειρωμένοι με έναν τρόπο που, δυστυχώς, ο ευρωπαϊκός νότος δεν κατάφερε στην κόντρα του με το βορρά και βέβαια έχουν αρκετή δύναμη αριθμητικά στα συμβούλια για να αμυνθούν. Οπότε η έκβαση του μπρα-ντε-φερ είναι πιο αμφίρροπη από ότι θα περίμενε κανείς.