Log in

Στρώνουν το χαλί για μία από τα ίδια

«Η Ελλάδα δεν πρόκειται να πετύχει φέτος τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%», επανέλαβε μονότονα προχτές ο Γιάννης Στουρνάρας. 

Γράφει ο: 

Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος υπογράμμισε, επίσης, στην ίδια ομιλία του ότι οι προϋποθέσεις για να αυξηθούν οι επενδύσεις και η ανάπτυξη είναι η μείωση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές και οι χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς κάτοχος ντοκτορά, ούτε στα οικονομικά ούτε στην πολιτική ανάλυση, για να κατανοήσει το σχέδιο που μέρα με τη μέρα ξεδιπλώνεται, στον δρόμο για τις κάλπες. Το «σύστημα» γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη προλειαίνει το έδαφος για την εφαρμογή της δοκιμασμένης μεθόδου της «καμμένης γης». Απ’ όπου κι αν πιάσει κανείς την παραπάνω είδηση, το αποτέλεσμα είναι ένα: Επιστροφή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν.

Αν δεν πιάσουμε τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα που έχουμε συμφωνήσει με τους Ευρωπαίους έχουμε, σαφώς, πρόβλημα. Αν πάλι πάμε, με το «καλημέρα» της επόμενης κυβέρνησης, να αλλάξουμε τον συμφωνημένο στόχο διακινδυνεύουμε από εκεί που σήμερα έχουμε έναν σαφή και ξεκάθαρο «οδικό χάρτη» για τα επόμενα χρόνια, να εγκλωβιστούμε σε... αυταπάτες που θα θυμίζουν αρχές 2015. Αν για να έρθει η ανάπτυξη πρέπει να μειώσουμε τους φορολογικούς συντελεστές, αλλά χωρίς να δημιουργηθεί δημοσιονομικό κενό, θα πρέπει τα χρήματα αυτά να καλυφθούν από ισοδύναμα.

Αν, όμως, αρχίσουμε να πετσοκόβουμε το κοινωνικό κράτος (επιδόματα, δωρεάν υγεία κ.λπ.) σε μία κοινωνία με 18% ανεργία, που μόλις βγήκε κακήν κακώς από την κρίση, θα έχουμε έκρηξη. Αν, δε, θέλουμε να μειώσουμε και τις ασφαλιστικές εισφορές, δύο τινά υπάρχουν. Ή θα κάνουμε μία πλασματική μείωση, εκχωρώντας μέρος της κοινωνικής ασφάλισης στον ιδιωτικό τομέα (άρα, ο μικρομεσαίος θα πληρώνει λιγότερες υποχρεωτικές εισφορές, αλλά επί της ουσίας θα είναι ανασφάλιστος) ή θα κάνουμε μία πραγματική μείωση, αλλά σε λίγους μήνες δεν θα έχουμε λεφτά να πληρώσουμε συντάξεις.

Μην βιαστείτε να πείτε ότι όλα αυτά είναι κινδυνολογία. Απλά μαθηματικά είναι, ειδικά από τη στιγμή που ο κ. Μητσοτάκης και το επιτελείο του επιμένουν να παρουσιάζουν μόνο τη θετική πτυχή των μέτρων που εξαγγέλλουν, χωρίς να προσδιορίζουν ούτε το κόστος τους ούτε από πού σκοπεύουν να το καλύψουν.

Και για να μην έχετε την παραμικρή ελπίδα ότι μπορεί να ξέρουν κάποια μαγική συνταγή που να αναιρεί τους κινδύνους που προαναφέραμε, αλλά δεν μας τη λένε -για να μην τους την... κλέψουν- μήπως ακούσατε τι είπε τις προάλλες ο κ. Καμίνης; «Να δούμε τις παροχές, κατά πόσον υπονομεύουν τα πλεονάσματα. Αν δεν πιάσουμε τα πλεονάσματα, θα αυξηθεί το χρέος (...) Δεν θα απέκλεια τέταρτο μνημόνιο». Αυτά είπε ο σούπερ επιτυχημένος απερχόμενος δήμαρχος Αθηναίων, που αφού απέτυχε να εκλεγεί ευρωβουλευτής, τοποθετήθηκε επικεφαλής στο Επικρατείας του ΚΙΝ.ΑΛ. από την κυρία Γεννηματά, ως φωτεινός φάρος της «διεύρυνσης».

Είναι δικαίωμα του ελληνικού λαού, τώρα που έχουν μπει οι βάσεις για την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα, να θέλει να επιστρέψει και την εξουσία στους «κανονικούς» διαχειριστές της, σε αυτούς που «ξέρουν». Θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στο... σύνδρομο της Στοκχόλμης. 

Από την άλλη, όμως, δεν είναι κρίμα να μην έχουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι την ευκαιρία να κυβερνήσουν και χωρίς τη δικαιολογία των μνημονίων, για να ξέρουμε στ’ αλήθεια «πόσα απίδια πιάνει ο σάκος»; Τους άλλους, τους είδαμε και χωρίς μνημόνια, επί δεκαετίες...