Log in

Στο ευρωδικαστήριο η τελική κρίση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα αποφασίσει τελικά, για το αν τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο πρέπει να αποπληρωθούν στην τρέχουσα ισοτιμία ή αντίθετα στη ισοτιμία μεταξύ ευρώ – φράγκου που ίσχυε κατά τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων.

Γράφει ο: 

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας, αμφισβήτησε ανοιχτά με απόφαση του, την γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου η οποία δικαίωνε τις τράπεζες και απευθύνεται στο ανώτατο ευρωπαϊκό όργανο προκειμένου να δώσει τη σχετική κατεύθυνση.

Σημειώνεται ότι στις αρχές του χρόνου ο Άρειος Πάγος, έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο όρος των δανειακών συμβάσεων για αποπληρωμή των δανείων σε ελβετικό φράγκο με βάση την τρέχουσα ισοτιμία με το ευρώ είναι δηλωτικός και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας και με αυτό το σκεπτικό είχε απορρίψει την αίτηση αναίρεσης δανειολήπτριας.

Αντίθετα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά πλειοψηφία 2 προς 1, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και απηύθυνε μία σειρά από προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Ειδικότερα οι δύο δικαστές τάχθηκαν υπέρ της άποψης της μειοψηφίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με τη δυνατότητα ελέγχου καταχρηστικότητας των όρων των δανειακών συμβάσεων σε ελβετικό φράγκο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο επισημαίνει στην απόφασή του ότι έχει τη γνώμη ότι τα Ελληνικά δικαστήρια μπορούν να προβούν σε έλεγχο καταχρηστικότητας και ρητρών, οι οποίες απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού (και ενδοτικού) δικαίου.

«Νησίδα ελπίδας για όλους τους δανειολήπτες, των οποίων οι προσδοκίες δικαίωσης είχαν εξανεμιστεί μετά την απόφαση 4/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου», χαρακτηρίζει την απόφαση του του Πρωτοδικείου Αθηνών ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δανειολήπτη Βασίλης Ηλ. Κοντογιάννης.

«Η απόφαση «απηχεί» τόσο την άποψη της “ισχυρής μειοψηφίας” της Σύνθεσης της Ολομέλειας του ΑΠ, όσο και το κοινό περί δικαίου αίσθημα και ισχυροποιεί την επιθυμία για εξεύρεση μιας δικαιοπολιτικά ορθής λύσης σε αυτό το μείζον κοινωνικο-οικονομικό πρόβλημα, το οποίο κατέστησε ομήρους χιλιάδες», αναφέρει ο κ. Κοντογιάννης .

Τα προδικαστικά ερωτήματα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) είναι τα εξής:

1) Κατά την έννοια του άρθρου 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ που προβλέπει δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, μπορεί ένα κράτος μέλος να μην ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και να επιτρέψει τον δικαστικό έλεγχο και ρητρών που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου;

2) Είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το άρθρο 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της Οδηγίας 93/13/ΕΚ αν και δεν εισήλθε ρητά στο Ελληνικό δίκαιο εισήλθε έμμεσα σύμφωνα με το περιεχόμενο των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της ανωτέρω Οδηγίας, όπως αυτό μεταφέρθηκε στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 22541/1994;

3) Στην έννοια των καταχρηστικών όρων και του εύρους τους όπως αυτοί ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 4 παράγραφος 1 της Οδηγίας 93/13 περιέχεται η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 εδ. α και β της οδηγίας 93/13;

4) Καταλαμβάνεται από τον έλεγχο της καταχρηστικότητας γενικού όρου συναλλαγής κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, ο όρος σε πιστωτική σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής με πιστωτικό ίδρυμα, ο οποίος αποδίδει το περιεχόμενο κανόνα ενδοτικού δικαίου του κράτους μέλους, εφόσον ο σχετικός όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο χωριστής διαπραγμάτευσης;