Log in

Eurobank: Πώς οι αυξημένες καταθέσεις μπορούν να δώσουν ώθηση στην ανάκαμψη

Σε αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων παρά τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα έχει οδηγήσει η κρίση του κορoνοϊού.

Η αύξηση των καταθέσεων που παρατηρήθηκε με το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού θα μπορούσε να αποτελέσει δυνητική πηγή χρηματοδότησης των επενδύσεων και καταναλωτικών δαπανών, δίνοντας ώθηση στην οικονομία κατά την έξοδό της από την ύφεση, σημειώνει η Eurobank στο εβδομαδιαίο της δελτίο.

Η επιτάχυνση στους ρυθμούς αύξησης των καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων μπορεί να αιτιολογηθεί από δύο λόγους, σημειώνει η Eurobank σε έκθεσή της. Πρώτον στην αύξηση της χρηματοδότησης μέσω των μέτρων στήριξης και δεύτερον στην ακούσια ή εκούσια αποταμίευση εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων κοινωνικής απόστασης.

Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης χρέους, τα υπόλοιπα των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, ήτοι των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, στα εγχώρια νομισματικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μειώθηκαν πάνω από 100 δισ. ευρώ σε 6 χρόνια. Αναλυτικά, από τα 237,8 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο 2009 συρρικνώθηκαν στα 120,8 δισ. ευρώ τον Ιούλιο 2015. Η μείωση της χρηματοδότησης, η συρρίκνωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας και η αβεβαιότητα που επανερχόταν σποραδικά στο προσκήνιο εκείνη την περίοδο αναφορικά με τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη εξηγούν σε έναν βαθμό αυτό το αποτέλεσμα, επισημαίνεται στην έκθεση.

Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα, έπειτα από την τεχνική πτώση που κατέγραψαν τον Δεκέμβριο 2016 λόγω μεθοδολογικών αναταξινομήσεων, στη συνέχεια ακολούθησαν ένα μονοπάτι ανοδικής τάσης.

Συγκεκριμένα, από τα 119,0 δισ. ευρώ τον Απρίλιο 2017 αυξήθηκαν στα 151,9 δισ. ευρώ τον Αύγουστο 2020 (+2,9 δισ. ευρω ή +27,6%). Η προαναφερθείσα μεταβολή προήλθε κατά 20,7 δισ. ευρώ από τα νοικοκυριά και κατά 12,2 δισ. ευρώ από τις επιχειρήσεις.

Η σταδιακή ανάκτηση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας εντός Ευρωζώνης και η αύξηση της χρήσης ηλεκτρονικών καρτών και του Διαδικτύου για την πραγματοποίηση συναλλαγών (αρχικά λόγω της επιβολής των κεφαλαιακών ελέγχων) οδήγησαν στη μείωση των κινήτρων για αποθησαυρισμό και ως εκ τούτου στην ενίσχυση των καταθέσεων. Επιπρόσθετα, με δεδομένο ότι η ζήτηση χρήματος είναι θετική συνάρτηση του εισοδήματος της οικονομίας, η άνοδος του ονομαστικού ΑΕΠ από το 1ο τρίμηνο 2017 και έπειτα άσκησε θετική επίδραση στο υπόλοιπο των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα στα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Με το ξέσπασμα της πανδημίας τους κορωνοϊού COVID-19, ο ρυθμός αύξησης των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα επιταχύνθηκε. Επί παραδείγματι, στο εξάμηνο Μαρτίου-Αυγούστου 2020 ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του υπολοίπου των καταθέσεων των επιχειρήσεων ανήλθε στο 21,3% από 7,2% το αμέσως προηγούμενο εξάμηνο (Σεπτεμβρίου-2019 – Φεβρουαρίου-2020).

Δύο παράγοντες δύνανται να ερμηνεύσουν αυτό το αποτέλεσμα: Πρώτον, τα μέτρα που έλαβαν οι ασκούντες την οικονομική πολιτική για τη στήριξη των επιχειρήσεων οδήγησαν σε αύξηση της χρηματοδότησης. Η ετήσια μεταβολή της χρηματοδότησης των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών (μετά τις αναταξινομήσεις και μεταβιβάσεις δανείων/εταιρικών ομολόγων, τις διαγραφές και τις συναλλαγματικές διαφορές) από 1,1% τον Φεβρουάριο 2020 διαμορφώθηκε στο 7,2% τον Αύγουστο 2020. Η υψηλή αβεβαιότητα αναφορικά με την εξέλιξη της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και οι ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης ενίσχυσαν τα κίνητρα των επιχειρήσεων για αύξηση και διακράτηση ρευστών διαθεσίμων με σκοπό την ικανοποίηση πιθανών έκτακτων αναγκών στο μέλλον.

Δεύτερον, τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, τα μέτρα στήριξης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και οι επικρατούσες συνθήκες αβεβαιότητας δημιούργησαν συνθήκες για ακούσια και εκούσια αποταμίευση (τον Μάρτιο και τον Απρίλιο 2020 οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 1,3 και 1,6 δισ. ευρώ αντίστοιχα) από την πλευρά των νοικοκυριών. Στην περίπτωση που η τρέχουσα αβεβαιότητα, λόγω της υγειονομικής κρίσης, αρθεί σχετικά γρήγορα και σχηματιστούν προσδοκίες δυναμικής ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ, τότε τα προαναφερθέντα ενισχυμένα κεφάλαια θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν ένα μέρος της πρώτης φάσης ανάκαμψης των δαπανών κατανάλωσης και επένδυσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων αντίστοιχα.

Ωστόσο, η επιστροφή στο μονοπάτι της δημοσιονομικής πειθαρχίας/σταθερότητας, αναγκαία συνθήκη για την εύρωστη πορεία της οικονομίας μακροπρόθεσμα, αναμένεται να διαδραματίσει επιβραδυντικό ρόλο στην προαναφερθείσα διαδικασία.