Log in

ΣΕΒ: Ανάγκη για μία φιλοαναπτυξιακή πολιτική

Την ανάγκη για μια φιλοαναπτυξιακή πολιτική με κεντρική στόχευση την αύξηση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της απασχόλησης υπογραμμίζει ο ΣΕΒ στο μηνιαίο δελτίο οικονομικής δραστηριότητας.

Ο Σύνδεσμος εστιάζει, μεταξύ άλλων, στη σειρά μέτρων που ανακοίνωσε στις 7 Μαΐου ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε συνέχεια των υπερπλεονασμάτων.

Όπως σημειώνουν το κόστος των παραπάνω μέτρων ανέρχεται σε €1,1 δισ. για το 2019 και σε €1,3 δισ. για το 2020, περιλαμβανομένης της επίπτωσης των μόνιμων μέτρων του 2019. Εκτός από τα παραπάνω μέτρα, η κυβέρνηση δεσμεύεται και για την ακύρωση της μείωσης του αφορολόγητου από την 1/1/2020, το κόστος της οποίας εκτιμάται σε περίπου €2 δισ. Αυτό προκύπτει και από τα στοιχεία του ΠρογράμματοςΣταθερότητας 2019, σύμφωνα με τα οποία ο δημοσιονομικός χώρος για το 2020 προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 0,4% του ΑΕΠ, (€800 εκατ). Με βάση τα στοιχεία αυτά,το συνολικό υπερπλεόνασμα των €5,5 δισ. για την περίοδο 2019 – 2022μπορεί να μην επαρκέσει για την κάλυψη του κόστους των μέτρων που εξαγγέλθηκαν. Έτσι, η κυβέρνηση δέσμευσε σε Ειδικό Λογαριασμό (Ανοιχτός Καταπιστευτικός Λογαριασμός) το ποσό των €5,5 δισ.,από το συνολικό απόθεμα ρευστότητας των €31 δισ., και ειδικότερα από τα €11,5 της υπεραπόδοσης των προηγούμενων ετών, ως εγγύηση έναντι των δανειστών για την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%. Θεωρητικά αυτό δίνει τη δυνατότητα για σχεδιασμό οικονομικής πολιτικής με πρωτογενή πλεονάσματα χαμηλότερα του 3,5% για τα έτη 2020, 2021 και 2022 κατά 1%, δηλαδή 2,5%, υπό την αίρεση της έγκρισης από το Eurogroup.

Για τον ΣΕΒ:

- Η χρηματοδότηση των πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ -και των όποιων υπερπλεονασμάτων- μέσω της υπερφορολόγησης δεν είναι βιώσιμη και εμποδίζει την οικονομία να εισέλθει σε μία τροχιά υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης. Ιδιαίτερα ότανπερικόπτονται δαπάνες από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, αλλά και λειτουργικές δαπάνες από νευραλγικούς τομείς του κράτους, όπως η υγεία και η παιδεία, οδηγώντας σε υποβάθμιση των υποδομών και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

- Η μέχρι τώρα ανάκαμψη της οικονομίας δεν έχει βασιστεί στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα, η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη από το 2016 και η τάση βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, με βάση την πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία, έχει αντιστραφεί από το 2017. Συνεπώς, είναι αβέβαιο το κατά πόσο η άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής και των εξαγωγών θα μπορέσει να τροφοδοτεί την ανάκαμψη.

- Φιλοαναπτυξιακά μέτρα, όπως η αύξηση του συντελεστή αποσβέσεων των επενδύσεων και η επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών, αναμένεται να τονώσουν την επενδυτική δραστηριότητα και την απασχόληση και κρίνονται θετικά. Θα πρέπει ωστόσο να ενταχθούν σε μια συνολική οικονομική πολιτική που στοχεύει στην κάλυψη της αποεπένδυσης που συντελέστηκε κατά την περίοδο της κρίσης.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω μέτρα, προωθούνται και αλλαγές στην αγορά εργασίας, όπως η προτεινόμενη ρύθμιση που αναφέρεται στον «βάσιμο λόγο» για την εγκυρότητα της καταγγελίας σύμβασης εργασίας και την αναστολή προθεσμιών για την άσκηση αγωγής, που αποτελεί αντικίνητρο για νέες προσλήψεις, αφού δημιουργεί πρόσθετα βάρη στις επιχειρήσεις.

«Το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να επηρεάσει το οικονομικό κλίμα, όμως εκείνο που χρειάζεται η Ελλάδα, τώρα όσο ποτέ, είναι η χάραξη μιας φιλοαναπτυξιακής πολιτικής με κεντρική στόχευση την αύξηση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της απασχόλησης, σε συνδυασμό με τη μείωση των δημοσιονομικών κινδύνων, ώστε να μπορέσει η οικονομία της να ακολουθήσει έναν σταθερό βηματισμό δυναμικής ανάπτυξης», καταλήγει το μηνιαίο δελτίο του ΣΕΒ.