Log in

Εθνική: Πάνω από 5% η μείωση του ΑΕΠ το δ' τρίμηνο

Μείωση του ΑΕΠ κατά 5,1% σε εποχικά διορθωμένη τριμηνιαία βάση το δ' τρίμηνο (-12,8% ετησίως το 4ο τρίμηνο) "βλέπουν" οι αναλυτές της Εθνικής, η οποία θα οδηγήσει σε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 9,4% ετησίως το 2020.

Η δημοσίευση σημαντικού αριθμού δεικτών συγκυρίας και πρόδρομων δεικτών για την περίοδο Αυγούστου-Οκτωβρίου επέτρεψε την επικαιροποίηση, από τη Δ/νση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας των μηνιαίων εκτιμήσεων του ελληνικού ΑΕΠ βάσει δεικτών υψηλής συχνότητας για αυτή την περίοδο.

Από την ανάλυση, επιβεβαιώνονται οι τάσεις που καταδείκνυαν ανάκαμψη της οικονομίας στο δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου, όπως είχαν διαφανεί από την προηγούμενη δημοσίευση στα τέλη Σεπτεμβρίου, η οποία είχε πραγματοποιηθεί βάσει, κυρίως, πρόδρομων δεικτών για αυτό το διάστημα.

Σύμφωνα με τη νέα εκτίμηση, ο μηνιαίος δείκτης της ΕΤΕ για το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8,8% και 0,5%, σε μηνιαία βάση, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, αντίστοιχα, ενώ υποχώρησε κατά 0,8% τον Σεπτέμβριο, παράλληλα με τις πρώιμες ενδείξεις ανόδου των κρουσμάτων και την επιδείνωση του τουρισμού μετά την παροδική βελτίωσή του τον Αύγουστο.

Συνολικά, εκτιμάται ότι το ΑΕΠ το γ' τρίμηνο ενισχύθηκε κατά 7,7% σε τριμηνιαία, εποχικά διορθωμένη βάση, έναντι τριμηνιαίας μείωσης 14,0% το β' τρίμηνο. Η ετήσια μεταβολή του ΑΕΠ το γ' τρίμηνο εκτιμάται στο -8,9%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης -8,4% για την ίδια περίοδο, μετά από συρρίκνωση 15,2% ετησίως το β' τρίμηνο.

Δεν βοήθησε αρκετά ο Τουρισμός

Οι αναλυτές της τράπεζας σημειώνουν ότι, παρά τη μικρή βελτίωση στην τουριστική δραστηριότητα μετά την άρση των περιορισμών στις διεθνείς συγκοινωνιακές διασυνδέσεις (μείωση τουριστικών εισπράξεων κατά 65,9% ετησίως τον Αύγουστο -που αντιστοιχεί σε €10,2 δισ. λιγότερα έσοδα στο 8μηνο- έναντι ετήσιας μείωσης 85,9% στο 7μηνο), οι δευτερογενείς επιδράσεις του τουρισμού σε άλλους τομείς, όπως το λιανικό και χονδρικό εμπόριο καθώς και τη μεταποίηση ήταν πιο δυσμενείς από τις αρχικές εκτιμήσεις (ετήσιες μειώσεις στον κύκλο εργασιών κατά 11,1% και 11,9%, αντιστοίχως, τον Αύγουστο έναντι -6,9% και -13,3%, ετησίως, τον Ιούλιο).

Στην εξέλιξη αυτή συνέτεινε και η εκτόνωση κατά τον Ιούλιο και ειδικότερα κατά την έναρξη της περιόδου θερινών εκπτώσεων, ενός σημαντικού τμήματος της αναβληθείσας ζήτησης από το β' τρίμηνο -όταν εφαρμόστηκαν αυστηροί περιορισμοί λόγω πανδημίας-, που δεν συνεχίστηκε, ωστόσο, το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου.

Πράγματι, τα δεδομένα Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου αναφορικά με την κινητικότητα και άλλους δείκτες υψηλής συχνότητας έδειξαν υψηλή συσχέτιση με τις επιδεινούμενες τάσεις της πανδημίας, οι οποίες οδήγησαν αρχικά σε σταδιακή επανεισαγωγή στοχευμένων περιοριστικών μέτρων σε συγκεκριμένες περιοχές.

"Μαύρος" Νοέμβριος

Η ραγδαία επιβάρυνση της επιδημιολογικής εικόνας και η πίεση στο σύστημα υγείας οδήγησαν σε επιβολή περιορισμών σε εθνικό επίπεδο το Νοέμβριο, παράλληλα με τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, οι οποίες επίσης κλιμάκωσαν τα μέτρα ανάσχεσης της πανδημίας, έχοντας ακόμη πιο επιβαρυμένους επιδημιολογικούς δείκτες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η επίπτωση των εξελίξεων του Νοεμβρίου δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στους οικονομικούς δείκτες, ενώ αναμένεται να επιβαρύνει σημαντικά τους δείκτες που θα δημοσιευτούν τις επόμενες εβδομάδες. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει ήδη μειωθεί στο -45,5 -χαμηλό 2 ετών- τον Οκτώβριο.

Αναφορικά με τα δεδομένα κινητικότητας, είναι σημαντικό να αναφερθεί πως υπήρξε καθοδική αναθεώρησή τους από την Google από τα μέσα Αυγούστου, η οποία κατέδειξε ότι η ανοδική τάση είχε απωλέσει τη δυναμική της νωρίτερα -σχεδόν ταυτόχρονα με τα πρώιμα σημάδια αύξησης των κρουσμάτων-, με την κινητικότητα σε χώρους λιανικού εμπορίου και ψυχαγωγίας να μειώνεται σημαντικά τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο (5% και 10%, κατά μέσο όρο, χαμηλότερα από τα προ-Covid επίπεδα, αντίστοιχα).

Η επαναφορά περιοριστικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο για τρεις εβδομάδες, ξεκινώντας από την 7η Νοεμβρίου, στοχεύει στην εξάλειψη της πίεσης στο σύστημα υγείας, με την αναστολή λειτουργίας ενός σημαντικού εύρους δραστηριοτήτων, σε κλίμακα σχεδόν ανάλογη με αυτήν του Απριλίου.

Οι υφεσιακές πιέσεις που θα προκληθούν εξομαλύνονται, εν μέρει, από ένα νέο πακέτο υποστηρικτικών μέτρων της τάξης των €3,8 δισ. (συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων που ανακοινώθηκαν στα τέλη Οκτωβρίου και αρχές Νοεμβρίου), το οποίο προσεγγίζει τα €5,0 δισ. -3,1% του ΑΕΠ-, αν συμπεριληφθούν και οι πληρωμές αναδρομικών στους συνταξιούχους.

Η επίδραση στην οικονομία αναμένεται να μετριαστεί επίσης λόγω:

α) της μεγαλύτερης ετοιμότητας ενός σημαντικού ποσοστού των επιχειρήσεων να λειτουργήσουν υπό ειδικές συνθήκες (λ.χ. τηλεργασία, ηλεκτρονικές πωλήσεις),

β) της αυξημένης εξοικείωσης των νοικοκυριών με τα περιοριστικά μέτρα, γεγονός που ελαττώνει τις διαταραχές στον προγραμματισμό των νοικοκυριών, όπως υποδεικνύεται και από την αύξηση των λιανικών πωλήσεων τις μέρες που προηγήθηκαν της 2ης επιβολής περιοριστικών μέτρων, όπως αναφέρθηκε από πηγές της αγοράς,

γ) της μειωμένης εποχικής επίδρασης στο ΑΕΠ από την υποχώρηση του τουρισμού συγκριτικά με το 2ο και 3ο τρίμηνο του 2020 και

δ) της ενδεχόμενης στήριξης στο οικονομικό κλίμα προς τα τέλη του έτους από τα πρώτα θετικά νέα σχετικά με το εμβόλιο κατά της Covid-19.

Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικοί κίνδυνοι, που σχετίζονται, κυρίως, με:

α) τις περιορισμένες δυνατότητες των περισσότερο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων να αντεπεξέλθουν σε ένα δεύτερο γύρο επιβολής μέτρων περιορισμού, παρά τη δημοσιονομική στήριξη,

β) τη μη επαναλαμβανόμενη αύξηση τμημάτων της εγχώριας δαπάνης τα προηγούμενα τρίμηνα, λόγω των έκτακτων αναγκών που δημιούργησε η πανδημία (λ.χ. αγορές τεχνολογικού εξοπλισμού, διαρκών καταναλωτικών αγαθών και εξιδεικευμένων υπηρεσιών) και

γ) μια πιθανή εξασθένηση της εξωτερικής ζήτησης, κατόπιν βελτίωσής της το 3ο τρίμηνο.

Τα δεδομένα κινητικότητας από την Google για τις πρώτες ημέρες του Νοεμβρίου δείχνουν σαφή επιδείνωση, με τη μέση τάση κινητικότητας (σε χώρους λιανικού εμπορίου και κόμβους συγκοινωνιών) να σημειώνει ραγδαία υποχώρηση. Ειδικά στις 7-8 Νοεμβρίου -πρώτο διήμερο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων- οι δείκτες κινητικότητας υποχώρησαν στο -56% κατά μέσο όρο.