Log in

Με δύο δικαστικές αποφάσεις καταργείται η αμνηστία των τραπεζιτών

Καταρρέει ως χάρτινος πύργος η αμνηστία που επιχείρησε να χορηγήσει η κυβέρνηση σε τραπεζίτες, οι οποίοι προχώρησαν σε προκλητικές δανειοδοτήσεις επιχειρήσεων, χωρίς να λάβουν υπόψη τους οποιοδήποτε τραπεζικό κριτήριο.

Γράφει ο: 

Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τα θαλασσοδάνεια αυτά, που πρόβλεπαν ακαταδίωκτο για στελέχη προηγουμένων διοικήσεων των εμπορικών τραπεζών, τις οποίες προώθησε τους προηγούμενους μήνες η κυβέρνηση Μητσοτάκη και υπό το πρόσχημα του κορονοϊού, θεωρούνται με δύο δικαστικές αποφάσεις άκρως αντισυνταγματικές.

Με δύο βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι κυβερνητικές μεθοδεύσεις οδηγούνται προς ακύρωση και οδεύουν στον κάλαθο των αχρήστων. Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που πρόβλεπαν πως αν δεν υπάρχει έγκληση (μήνυση) από τις ίδιες τις τράπεζες, όσοι υπέγραψαν τις σχετικές αποφάσεις έχουν ουσιαστικά το ακαταδίωκτο, είναι ευθέως αντισυνταγματικές και εκατοντάδες υποθέσεις ανοίγουν ξανά.

Έτσι καταρρέει το επιχείρημα κυβέρνησης και τραπεζιτών ότι η θεσμοποίηση του ακαταδίωκτου αποτελεί τη μόνο λύση για να μην τελούν οι τράπεζες υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» της δικαστικής εμπλοκής. Σημειώνεται ότι το κύριο επιχείρημα κυβέρνησης και τραπεζών για την προώθηση της επίμαχης ρύθμισης ήταν ο κίνδυνος να «παγώσουν» οι διαδικασίες δανειοδοτήσεων και η «παρεμπόδιση» πολλών επενδύσεων.

Το επιχείρημα αυτό καταρρίπτεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αφού θεωρεί ως υπέρτατο αγαθό την ισοπολιτεία και την τήρηση του Συντάγματος. Παράλληλα, η ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης δεν άλλαξε ουσιαστικά κάτι στον τρόπο αντιμετώπισης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες: Παρά τη θέσπιση του ακαταδίωκτου για τα τραπεζικά στελέχη, ούτε νέα δάνεια χορηγούνται, ούτε η γραφειοκρατία εξέλιπε. Αντίθετα, όπως καταγγέλουν επιχειρηματίες και φορείς επαγγελματιών, οι τράπεζες σήμερα εξαντλούν όλη τη αυστηρότητά τους, προκειμένου να χορηγήσουν δάνεια ακόμα και για κεφάλαια κινήσεως.

Τα δύο βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών κρίνουν αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, που έδωσαν τη δυνατότητα ευνοϊκής μεταχείρισης τραπεζικών στελεχών που κατηγορούνται για απιστία. Αντισυνταγματική κρίνεται και η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου του Απριλίου, που έδωσε στις διοικήσεις των τραπεζών το πρόσχημα να κλείσουν «παλιούς λογαριασμούς».

Τα βουλεύματα αφορούν τόσο την εκπρόθεσμη τροπολογία του υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Τσιάρα, με την οποία άλλαξε το σχετικό άρθρο του νέου Ποινικού Κώδικα, επιβάλλοντας έγκληση (από τις διοικήσεις των τραπεζών), αντί αυτεπάγγελτης δίωξης των κατηγορούμενων για απιστία στελεχών, όσο και τη διάταξη της ΠΝΠ του περασμένου Απριλίου, που εξαίρεσε ειδικά τις εγκλήσεις κατά τραπεζικών στελεχών από το χρονικό περιθώριο που δόθηκε για τις άλλες εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις το Συμβούλιο καλεί τους αρμόδιους εισαγγελείς να εξετάσουν την ουσία των υποθέσεων, δηλαδή να διερευνήσουν και να υποβάλουν προτάσεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των κατηγορούμενων.

Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθήνας ανοίγουν διάπλατα την πόρτα για επανεξέταση πολλών ακόμη εκκρεμών υποθέσεων κι αφαιρούν από τις διοικήσεις των τραπεζών, που έχουν τέτοιες εκκρεμότητες, το πρόσχημα της νομοθεσίας. Για την ιστορία, αναφέρουμε ότι και οι δύο υποθέσεις που έκρινε το δικαστικό συμβούλιο αφορούσαν την Αγροτική Τράπεζα.

Η πρώτη αφορούσε διώξεις εις βάρος όλου του διοικητικού συμβουλίου της το 2006 (18 μέλη του τότε Δ.Σ. κατηγορήθηκαν για απιστία και ακόμη ένα στέλεχος για συνέργεια σε απιστία) για ζημιά πολλών εκατομμυρίων που, κατά το κατηγορητήριο, προκάλεσαν στην τράπεζα δανειοδοτώντας υπό χρεοκοπία αγροτικό συνεταιρισμό.

Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε επίσης στελέχη της τράπεζας, αλλά και την «απροθυμία» του ειδικού εκκαθαριστή, δηλαδή την εταιρεία που είχε αναλάβει την εκκαθάριση της Αγροτικής μετά τη διάσπασή της σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του για έγκληση. Και στις δυο περιπτώσεις, το Συμβούλιο καλεί τους εισαγγελείς να προχωρήσουν στην ουσία των υποθέσεων, δηλαδή να υποβάλουν πρόταση για τη δίωξη των κατηγορουμένων, αγνοώντας τις αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες διατάξεις.