Log in

Το Brexit και οι νέες ιντερνετικές πλατφόρμες: οι δύο κορυφαίοι παράγοντες πίσω από την κατάρρευση της Thomas Cook

Μετά από 178 χρόνια πορείας, η κατάρρευση του ομίλου Thomas Cook είναι κατά μία έννοια σημάδι των καιρών, των ανακατατάξεων που συντελούνται παγκοσμίως σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά και του ταραγμένου πολιτικού σκηνικού.

Γράφει η: 

Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά τη σημερινή… βόμβα, τα μελανά σημάδια στην πορεία του ομίλου ήταν σαφή και γνωστά στην ευρύτερη αγορά, πόσο μάλλον στον ίδιο τον ταξιδιωτικό κλάδο. Τα έσοδα του ομίλου συμπιέζονταν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια και μόλις το Μάιο ανακοίνωσε ζημιές-ρεκόρ ύψους 1,5 δισ. στερλίνων, ενώ ήταν σαφές ότι τα πράγματα δεν προμηνύονταν ότι θα βελτιωθούν ούτε τους επόμενους μήνες.

Το πρώτο πρόβλημα ήταν η τεράστια αβεβαιότητα που προκαλούσε το Brexit στους εγχώριους βρετανούς ταξιδιώτες (μαζί με την αποδυνάμωση της στερλίνας), που ήρθε να προστεθεί στην ολοένα αυξανόμενη τάση των ταξιδιωτών σε όλο τον κόσμο να μην χρησιμοποιούν πλέον οργανωμένα πακέτα και πρακτορεία, αλλά να κινούνται αυτόνομα, κυνηγώντας τις πολλαπλές ευκαιρίες που μπορεί να βρει ο καθένας μας μέσα από το Διαδίκτυο και τις διάφορες πλατφόρμες.

Αναλυτές του κλάδου τοποθετούν στο σημείο αυτό ένα παράγοντα κλειδί που αποδείχτηκε, μαζί με το Brexit, καθοριστικός για το κανόνι: την αδυναμία του ομίλου να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της εποχής. Τα 500 καταστήματα του, που άλλοτε ήταν μέσο επαφής με το κοινό, εξελίχτηκαν σε ένα σημαντικό οικονομικό βάρος, όπως και το επιχειρηματικό του μοντέλο, το οποίο βασιζόταν στη διασφάλιση κλειστών συμβολαίων με τους ξενοδόχους από νωρίς, κάτι που δεν συνέφερε τους ξενοδόχους και τελικά δεν ήταν βέβαιο ότι συνέφερε πάντα τους ταξιδιώτες. Οι νεότερες και πιο σύγχρονες πλατφόρμες κέρδιζαν σταθερά σε απήχηση και μερίδιο αγοράς. 

Βλέποντας τα χειρότερα, η διοίκηση προσπάθησε να σώσει την παρτίδα διεξάγοντας εντατικές συνομιλίες με τις πιστώτριες τράπεζες και τον μεγαλύτερο μέτοχο της, την κινεζική Fosun, όμως ούτε εκεί τα πράγματα πήγαν καλά.

Η αστάθεια στις διεθνείς αγορές και η αβεβαιότητα για την εξέλιξη στη βρετανική οικονομία με φόντο το Brexitυποχρέωσε τις τράπεζες να τηρήσουν πιο σκληρή στάση απαιτώντας ένα ποσό εγγύησης ύψους 200 εκατ. στερλίνων, που τελικά η εταιρία δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει. Όμως, ούτε ο κυριότερος μέτοχος της με 18%, η Fosun, ήταν πλέον ο πρόθυμος επενδυτής που ήταν, τέσσερα χρόνια πριν.

Ο κινεζικός πολυσχιδής όμιλος έχει χτίσει σταδιακά, τα τελευταία χρόνια, ένα αξιοπρόσεκτο χαρτοφυλάκιο στον ευρύτερο κλάδο του τουρισμού και της ψυχαγωγίας, εξαγοράζοντας ενδεικτικά μερίδια σε ομίλους, όπως το Club Med και το Cirque du Soleil. Στόχος της δε, ήταν να εκμεταλλευτεί τη δυναμική της μεσαίας τάξης της Κίνας.

Η στρατηγική επέκτασης της Fosun σκόνταψε κάπως σε δύο στοιχεία. Πρώτον την περιπέτεια που είχε ο πρόεδρος της Guo Guangchang, ο οποίος «εξαφανίστηκε» κυριολεκτικά από προσώπου γης για μια εβδομάδα το 2015, για να μάθουμε μετά ότι συνεργαζόταν –λέει- με τις κινεζικές αρχές για μια έρευνα. Μια άκρως περίεργη υπόθεση, που δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ, αλλά δημιούργησε βάσιμα ερωτηματικά για τη σχέση του ομίλου με την κινεζική κυβέρνηση. Και δεύτερον την αποδυνάμωση της κινεζικής οικονομίας, με φόντο και τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, γεγονός που επηρέασε την εγχώρια επιχειρηματική αγορά και τα ταξιδιωτικά πλάνα του κινεζικού κοινού.

Σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα η Fosun ήταν πρόθυμη, υπό συγκεκριμένους όρους, να στηρίξει και πάλι την Thomas Cook με 450 εκατ. στερλίνες, όμως δεν έχει γίνει σαφές που στράβωσε η προσπάθεια αυτή. Επίσης δεν είναι βέβαιο, παρά και το κανόνι, ότι κάποιου είδους συμφωνία δεν θα επιτευχθεί σε δεύτερο χρόνο. Αναλυτές, αλλά και εκπρόσωποι των εργαζομένων επιμένουν ότι έστω ένα μέρος της επιχείρησης μπορεί ακόμη να διασωθεί, υπό κάποια μορφή και ίσως υπό ένα νέο σχήμα, που ενδεχομένως να δώσει τον πλήρη έλεγχο στους Κινέζους.