Log in

Οι ευκαιρίες και τα αγκάθια στις σχέσεις της Ευρώπης με τον νέο πλανητάρχη

 H νέα εποχή Μπάιντεν ξεκίνησε με ελπίδα για τις ΗΠΑ αλλά και όλο τον κόσμο δεδομένου πως η ακραία πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ δεν δίχασε μόνο το εσωτερικό της Αμερικής, αλλά απομόνωσε τη χώρα ακόμη και από παραδοσιακούς συμμάχους της. Δεν είναι τυχαίο πως τα συνήθη συγχαρητήρια των διεθνών ηγετών και δη, των Ευρωπαίων προς το νέο πλανητάρχη ήταν, αυτή τη φορά, ιδιαιτέρως θερμά και ειλικρινή.

Γράφει η: 

Η Ευρώπη ειδικά έχει κάθε λόγο να ελπίζει πως οι διαταραγμένες σχέσεις της με την Ουάσιγκτον θα εξομαλυνθούν και η παραδοσιακή τους συνεργασία θα αποκατασταθεί. Δεν είναι μόνο ο μετριοπαθής λόγος του κυρίου Μπάιντεν, αλλά και το γεγονός πως για τους ηγέτες της Ευρώπης και τα στελέχη των Βρυξελλών είναι ένα γνώριμο πρόσωπο, έχοντας ασχοληθεί εκτενώς με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τόσο στην πολύχρονη καριέρα του στο Καπιτώλιο αλλά και ως αντιπρόεδρος στο πλευρό του Μπάρακ Ομπάμα. Κοινώς τον ξέρουν και τους ξέρει και υπάρχει ένας αμοιβαίος σεβασμός στις απόψεις και τις διαφορές τους, που αποτελεί την καλύτερη βάση για ένα εποικοδομητικό διάλογο.

Βεβαίως, τα προβλήματα είναι πολλά και για το λόγο αυτό αμφότεροι θα ξεκινήσουν από τα πιο... εύκολα θέματα που η εξεύρεση κοινού τόπου θα είναι πιο εύκολη. Ένα τέτοιο είναι η πολιτική για το κλίμα, δεδομένου πως ο κ. Μπάιντεν σκοπεύει να θέσει τη περιβαλλοντολογική πολιτική ψηλά στην ατζέντα του εξού και επέλεξε σε ένα από τα πρώτα προεδρικά διατάγματα που υπέγραψε, κατά την πρώτη μέρα του στο Λευκό Οίκο, να είναι η διαδικασία επανένταξης των ΗΠΑ στη διεθνή συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα.

Στο ίδιο μοτίβο και οι διατλαντικές σχέσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, που ο κύριος Τραμπ δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη και ο κύριος Μπάιντεν στηρίζει ως πυλώνα σταθερότητας και συνεργασίας ειδικά δε, σε θέματα ασφάλειας και τρομοκρατίας. Άλλωστε, ο κ.Τραμπ είχε γενικότερα μια τελείως διαφορετική οπτική για τη θέση των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκακιέρα και τις σχέσεις της με τις υπόλοιπες χώρες και τα αποτελέσματα ήταν ορατά από το πόσο λίγους διεθνείς φίλους έχει να επιδείξει με το τέλος της θητείας του.

Αναλόγως η υιοθέτηση χαμηλότερων τόνων στις σχέσεις με την Κίνα και στο κρίσιμο θέμα του Ιράν (δεδομένου πως ο Μπάιντεν προφανώς στηρίζει τη διεθνή συμφωνία για τα πυρηνικά που είχε υπογράψει ο Ομπάμα) θα βοηθήσουν και τις αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις, δεδομένου πως τα συμφέροντα της Ευρώπης επλήγησαν σοβαρά από την αλλαγή κατεύθυνσης που είχε υιοθετήσει ο Τραμπ αγνοώντας παντελώς τις διαμαρτυρίες της.

Το τελευταίο, βέβαια, είχε ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να αποφασίσει να «παίξει» το δικό της παιχνίδι, ειδικά με τους Κινέζους, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά, γεγονός που έχει δημιουργήσει ήδη νέα και μη αναστρέψιμα δεδομένα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το σύμφωνο της νέας οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Ε.Ε. και Κίνας που βρίσκεται ήδη στις ράγες, ένα βήμα πριν τις τελικές υπογραφές, με αποτέλεσμα πλέον καμία από τις δύο πλευρές να μην θελήσει να κάνει πίσω ανεξαρτήτως της αρνητικής στάσης των ΗΠΑ. Η συμφωνία, εξάλλου, θα θέσει κυριολεκτικά υπό νέο πρίσμα τις εμπορικές και οικονομικές τους σχέσεις, δίδοντας στην Ευρώπη τον ρόλο μιας ηγέτιδας δύναμης που τόσο επιθυμούσε και αντιστοίχως στην Κίνα ένα σημαντικό σύμμαχο απέναντι στις ευμετάβλητες διαθέσεις της Ουάσιγκτον.

Πραγματικά, σαφώς πιο... ζόρικα είναι τα πράγματα στο ευρύτερο εμπορικό πεδίο, καθώς η επιθετική στρατηγική του κ. Τραμπ και οι άφθονες κυρώσεις που μοίρασε προς πάσα κατεύθυνση δημιουργεί ένα δύσκολο πεδίο συζήτησης με τους Ευρωπαίους και όχι μόνο. Βέβαια ο περίφημος ψηφιακός φόρος που έχουν δρομολογήσει οι Γάλλοι και σύντομα συνολικά η Ευρώπη θίγει τα συμφέροντα των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών με τρόπο που οποιοσδήποτε ένοικος του Λευκού Οίκου θα αντιδρούσε. Όμως, εκεί που ο κ. Τραμπ επέλεγε τη ρήξη, ο κ. Μπάιντεν προάγει το διάλογο και την εξεύρεση λύσεων μέσω της παραδοσιακής διπλωματίας.

Το ίδιο ισχύει και για τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ τους, που κλιμακώθηκε επί Τραμπ, αναφορικά με τις επιδοτήσεις προς τους κολοσσούς της αεροναυπηγικής, την Airbus και την Boeing.

Πάντως, μια πρώτη κίνηση καλής θέλησης θα ήταν η στροφή του Λευκού Οίκου απέναντι στον ρόλο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και η άρση του βέτο που είχε εγείρει ξαφνικά ο Ντόναλντ Τραμπ, τον περασμένο Οκτώβριο, για το διορισμό στη θέση του νέου γενικού γραμματέα, της Νιγηριανής Νγκόζι Οκόντζο-Ιουεάλα. Η στάση του κυρίου Τραμπ, ο οποίος ούτως ή άλλως εμφανιζόταν διαρκώς ιδιαίτερα επικριτικός με το ρόλο και τις απόψεις του ΠΟΕ, εκνεύρισε τους πάντες και άφησε μετέωρη τη διαδικασία. Επομένως μια αλλαγή στάσης από τον κύριο Μπάιντεν θα εκτιμηθεί ιδιαιτέρως από τους διεθνείς συμμάχους, αν και μπορεί να προκαλέσει κάποιες εσωτερικές αντιδράσεις στο πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον.