Log in

Βιολογικά προϊόντα: Μπίζνες με... διάρκεια και ευρεία στόχευση

Στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, όταν ξεκινούσαν σταδιακά να μπαίνουν στα νοικοκυριά εν μέσω οικονομικής ύφεσης, λίγοι ήταν αυτοί που πίστεψαν ότι τα βιολογικά προϊόντα ήρθαν για να μείνουν, δεδομένου του ‘’τσουχτερού’’ τους κόστους που επιβαρύνει αρκετά τον μηνιαίο οικογενειακό προϋπολογισμό.

Γράφει η: 

Τα φαινόμενα, όμως και η μετέπειτα πορεία του συγκεκριμένου κλάδου σε μεγάλες αλυσίδες λιανικής και σε λαϊκές αγορές σε όλη τη χώρα απέδειξαν ότι πρόκειται για έναν τομέα με διάρκεια και συνεχιζόμενη ανάπτυξη χρόνο με το χρόνο.

Το γεγονός, δε, ότι αποφέρει μεγαλύτερα κέρδη απ’ ό, τι οι συμβατικές καλλιέργειες έχει ωθήσει τα τελευταία χρόνια αρκετούς αγρότες, ειδικά τους νέους, που αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους ενασχόλησης με τη γη, να αξιοποιήσουν όσα μπορεί να τους προσφέρει αυτός ο κλάδος.

Σημαντική βοήθεια στην περαιτέρω εξέλιξη της αγοράς προσφέρει τα τελευταία χρόνια και η ελληνική πολιτεία, μέσω των προγραμμάτων ανάπτυξης της βιολογικής καλλιέργειας, με προγράμματα, χρηματοδοτούμενα και από την ΕΕ, που ξεπερνούν τα 120 εκατ. ευρώ μόνο για το 2018.

Την γενικότερη ‘’μανία’’ με τα βιολογικά έρχεται να συμπληρώσει και η αυξανόμενη ζήτηση για εξαγωγές, κυρίως φρούτων και ελαιολάδου σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς θεωρούνται ιδιαίτερα ποιοτικά και υψηλής θρεπτικής αξίας.

Στροφή

Τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας της Nielsen για τα προϊόντα ειδικής καλλιέργειας και την απορρόφησή τους από τους Έλληνες καταναλωτές είναι ενδεικτικά και συνδέονται και με τη γενικότερη στροφή των τελευταίων ετών στην υγιεινή διατροφή και άσκηση.

Σύμφωνα με την έρευνα, 8 στους 10 Έλληνες δηλώνουν ότι έχουν καταναλώσει έστω και ένα βιολογικό προϊόν τον τελευταίο μήνα, ενώ ο βασικότερος λόγος γιαυτό, σύμφωνα με τους ίδιους, είναι η ανάγκη για υγιεινή διατροφή και φροντίδα για τον οργανισμό τους.

Κάποια προϊόντα, εξάλλου, είναι αυτά που προτιμούν πια αρκετοί Έλληνες να τα καταναλώνουν από βιολογική καλλιέργεια παρά συμβατικά: Αυτά είναι τα αυγά, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, καθώς επίσης και το γάλα.

Δυναμική, επίσης, διείσδυση στην εγχώρια αγορά βιολογικών προϊόντων τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν κατηγορίες όπως τα δημητριακά, οι χυμοί, το γιαούρτι και τα όσπρια.

Την ίδια στιγμή, οι επιχειρηματικές κινήσεις που γίνονται εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα καταδεικνύουν ότι υπάρχει και μελλοντικά πρόθεση από τις μεγάλες εταιρίες για την ανάπτυξη ακόμα περισσότερων κατηγοριών συνοδευτικών του φαγητού όπως το ψωμί, οι φρυγανιές και τα κράκερς.

Τα τοπ προϊόντα

Κάποια προϊόντα, όμως, στην Ελλάδα είναι πιο περιζήτητα από όλα, τόσο από τους καταναλωτές, όσο και από τους εξαγωγείς.

Πρώτο όλων, το ελαιόλαδο, καθώς σύμφωνα με τις πρόσφατες έρευνες, τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα υπάρχει σαφής τάση από τους ελαιοπαραγωγούς να μετατρέπουν τις απλές ελαιοκαλλιέργειες τους σε βιολογικές καλλιέργειες.

Μάλιστα, από τα στοιχεία του υπουργείου Γεωργίας, οι βιολογικά καλλιεργούμενοι ελαιώνες συνιστούν άνω του 50% των βιολογικών καλλιεργειών της χώρας μας.

Επίσης δημοφιλές ως βιολογικό προϊόν τα τελευταία χρόνια είναι το κρασί, καθώς το εισόδημα που μπορεί να αποφέρει στους παραγωγούς με τη δημιουργία της νέας αυτής κατηγορίας είναι τουλάχιστον 20-25% μεγαλύτερο από αυτό της συμβατικής οινοποίησης.

Μεγάλη ζήτηση, δε, υπάρχει και για την βιολογική ντομάτα, λόγω της μεγαλύτερης προστασίας του κέλυφούς της από τα ζιζανιοκτόνα και τα φυτοφάρμακα, αλλά και για τη βιολογική ρίγανη.

Η τιμή της βιολογικής ρίγανης, μάλιστα, είναι τριπλάσια σε σχέση με τη συμβατική και ανέρχεται σε 5-6 ευρώ το κιλό, δηλαδή με μία παραγωγή σε πλήρη παραγωγή 300 κιλών, μπορεί να δώσει καθαρό εισόδημα γύρω στα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα στον παραγωγό. Αξίζει, δε, να αναφερθεί ότι η ελληνική ρίγανη βρίσκεται στο τοπ 3 της ρίγανης παγκοσμίως.

Το 1/5 του οικογενειακού budget

Το γεγονός ότι πλέον το 20% των χρημάτων που διαθέτουν οι Έλληνες για την αγορά τροφίμων κατευθύνεται στα βιολογικά είδη, σύμφωνα με έρευνα της ICAP το 2018, καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη συγκεκριμένη αγορά για τους επιχειρηματίες.

Έτσι κάθε άλλο παρά διστάζουν πλέον να επενδύσουν στο συγκεκριμένο τομέα, ώστε στο καλάθι των προϊόντων που διαθέτουν στους καταναλωτές να υπάρχουν και βιολογικά.

Μεγάλες επιχειρήσεις όπως η Μινέρβα, η Όλυμπος, η Αγγελάκης, η Νίκας, η Creta Farm, η Μπουτάρης, η Λαζαρίδης, η Χατζημιχάλης, η Χαΐτογλου και πολλές ακόμη συμπεριλαμβάνουν στην παραγωγή τους τέτοιου είδους προϊόντα, ενώ ισχυρό ενδιαφέρον από τις μεγάλες επιχειρήσεις δείχνουν το τελευταίο διάστημα οι γαλακτοβιομηχανίες και οι εταιρείες τυροκομικών προϊόντων που έχουν λανσάρει στην αγορά βιολογικό γάλα και γιαούρτια.

Άλλες εταιρίες, πάλι επιθυμούν να επενδύσουν τα επόμενα χρόνια ακόμα περισσότερο στα βιολογικά, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση.

Για παράδειγμα, στελέχη της Μπαρμπαστάθης έχουν εκφράσει δημοσίως την πρόθεσή τους για διπλασιασμό της παραγωγής βιολογικών προϊόντων κατάψυξης τα επόμενα τέσσερα χρόνια.

Σύμφωνα με την εταιρία μάλιστα, αυτή η στροφή θα επηρεάσει σημαντικά τις συνολικές πωλήσεις της και από 5-7%, από αυτές που καταλαμβάνουν τα βιολογικά στην παρούσα φάση, εκτιμάται ότι θα φτάσουν σε ποσοστό 15-20%.

‘’Καλπάζουν’’ στην Ευρώπη...

Η επιτυχία των βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη είναι ολοένα αυξανόμενη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ινστιτούτου FIBL, τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν τόσο οι εκτάσεις του βιολογικού πρωτογενούς τομέα, όσο και η αξία των προϊόντων που αγόρασαν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές.

Συγκεκριμένα, οι βιολογικές εκτάσεις ανήλθαν σε 121 εκατ. στρέμματα, αυξημένες κατά 8,2% σε σύγκριση με το 2015, ενώ η αγορά διευρύνθηκε στα 30,7 δισ. ευρώ (+12%) στην ΕΕ και στα 33,5 δισ. ευρώ σε όλη την Ευρώπη.

Μάλιστα η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην ΕΕ ανήλθε σε 61 ευρώ κατά μέσο όρο το μήνα. «Στην παρούσα φάση, η παραγωγή αυξάνεται ταχύτερα σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, συνεπώς υπάρχει δυνατότητα να ανταποκριθεί στην ταχύτερα από ποτέ διευρυνόμενη ζήτηση», συμπεραίνει ερευνητής του FIBL.

Σε απόλυτους αριθμούς, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία ήταν το 2016 οι χώρες με τη μεγαλύτερη παραγωγή βιολογικών προϊόντων, ενώ η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία έκαναν το 2017 τους μεγαλύτερους τζίρους με 10 δισ., 7,9 δισ. και 3,2 δισ. ευρώ αντίστοιχα.

Τον τέταρτο μεγαλύτερο τζίρο στην αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ευρώπη κατέγραψε το 2018 η Ελβετία, στα 2,44 δισ. ευρώ περίπου, καθώς οι καταναλωτές της ξόδεψαν 274 ευρώ κατά κεφαλή για αγορά βιολογικών, με πρώτα στις προτιμήσεις τους τα αυγά και τα κηπευτικά.