Log in

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εγκλωβίζει τη χώρα στο ρόλο του δεδομένου συμμάχου

Στο διεθνές περιβάλλον οι γεωπολιτικές διεργασίες πυκνώνουν και το καθιστούν ευμετάβλητο, με διευρυνόμενες εστίες συγκρούσεων.

Γράφει ο: Χάρης Τσιόκας*

Διανύουμε μια περίοδο μεγάλης έντασης στην ευρύτερη περιοχή, με την Τουρκία να αναβαθμίζει τις προκλήσεις. Έχει σαφείς στόχους, που αφορούν τόσο την ενίσχυση της αναθεωρητικής της στρατηγικής (συνθήκη Λωζανης κ.λπ.), όσο και την ανάδειξη και κατοχύρωση του ρόλου της, ως ισχυρής περιφερειακής δύναμης.

Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση του Κυρ. Μητσοτάκη, με τις πρόθυμες δυνάμεις που υπηρετεί και τη στηρίζουν, έχει εγκλωβιστεί σε πολιτικές του «άνευ όρων δεδομένου, στην Ευρώπη και τον πολυπολικό κόσμο, συμμάχου και εταίρου». Η χώρα είναι απούσα απο αποφασιστικές και εμπροσθοβαρείς πρωτοβουλίες υπεράσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, όσο και από τις διεργασίες γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών ανακατατάξεων.

Επείγει, πλέον, η ανάδειξη μίας άδολης, σύγχρονης, πατριωτικής εθνικής στρατηγικής! Χωρίς τον επικίνδυνο εθνικισμό και χωρίς πατριδοκαπηλία. Αυτό αποτελεί και τον καλύτερο συνεκτικό ιστό για για να ξανασυνδεθεί η πολιτική με τους πολίτες, που ναι μεν επιθυμούν ειρηνική συμβίωση με τους γείτονες, όμως διαδηλώνουν την ανάγκη υπεράσπισης των αγώνων, που έχει δώσει η χώρα για ανεξαρτησία.

Γίνεται επίκαιρη, όσο ποτέ, η παρακαταθήκη των αγώνων της προοδευτικής παράταξης, όπως ιστορικά καταγράφηκε:

- Με τη διακήρυξη του ΕΑΜ και την αποφασιστική συμβολή του στην ήττα του ναζισμού,

- Με τους Λαμπράκηδες και τη συμβολή της προοδευτικής παράταξης στους αγώνες για το Κυπριακό και την εθνική ανεξαρτησία,

- Με το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου, που ανέτρεψε τον επιζήμιο για τη χώρα εθνικισμό, με τη στρατηγική της εθνικής ανεξαρτησίας και της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, καθιστώντας τη χώρα γέφυρα ειρήνης, φιλίας και ανάπτυξης,

- Με την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, που παρά την οικονομική κρίση και τις εξαρτήσεις που απορρέουν από τον δανεισμό, έδωσε στην Ελλάδα πολύπλευρο ρόλο στην Ευρώπη, τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, με κορυφαία τη λύση στη Βόρεια Μακεδονία.

Αυτήν την πορεία μπορεί και πρέπει να εγγυηθεί και πάλι η προοδευτική, κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.

Για να είναι αξιόπιστος ο επιδιωκόμενος διάλογος, δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική της χώρας να εκχωρεί άλλοθι για γκρίζα εμπλοκή θεμάτων, που παραπέμπουν στον «αναθεωρητισμό» ή σε «αποστρατιωτικοποίηση», χωρίς την επίλυση του προβλήματος κατοχής της Κύπρου. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να ανοίξουν κερκόπορτες παρεμβάσεων για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, που είναι κυριαρχικά δικαιώματα.

Η χώρα και οι πολίτες έχουν το Διεθνές Δίκαιο σύμμαχο:

- Στα θέματα του Αιγαίου υφίσταται μόνο μία διαφορά, αυτή του καθορισμού θαλασσίων ζωνών, δηλαδή υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ,

- Το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια είναι κατοχυρωμένο, απολύτως, από το νέο Δίκαιο της Θάλασσας (συνθήκη Μοντέγκο Μπέϊ), δεν μπαίνει σε διαπραγμάτευση και αποτελεί δικαίωμα της χώρας να το εφαρμόσει.

Ο κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνηση, στην περίπτωση του Ορούτς Ρέις. που «βολτάρει» και πραγματοποιεί «έρευνες» εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας, προσπάθησαν να κάνουν «το μαύρο, άσπρο» σε σχέση με την πραγματικότητα. Ουδέποτε, από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν, τουρκικό ερευνητικό πέρασε σε περιοχή που η Ελλάδα θεωρεί υφαλοκρηπίδα της. Ας θυμηθούμε:

- Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1975, κινήθηκε γρήγορα και με σχεδιασμό διόρθωσε λάθη του και δεν άφησε κανένα τουρκικό ερευνητικό, έστω και να προσεγγίσει ελληνική υφαλοκρηπίδα.

- Το 1987, όταν και πάλι οι Τούρκοι επιχείρησαν να βγάλουν ερευνητικό σκάφος και να προσεγγίσουν ελληνική υφαλοκρηπίδα, ο Ανδρέας Παπανδρέου με αστραπιαίες κινήσεις τους σταμάτησε, έχοντας έγκαιρα κινητοποιήσει τόσο τη διεθνή κοινότητα, τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και τη Βουλγαρία, να βρεθεί στο πλευρό της Ελλάδας.

- Το 2018, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, με μέθοδο και καλή προετοιμασία, σταμάτησε με πολεμικό σκάφος την είσοδο τουρκικού ερευνητικού στα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Είναι προφανές πως δεν πρέπει να αδυνατίσει η διαπραγματευτική θέση της ελληνικής πλευράς, διολισθαίνοντας σε οποιουδήποτε τύπου συνομιλίες με την Άγκυρα. Για να υπάρξει διάλογος, απαιτούνται πρωτοβουλίες αποτροπής, που θα δημιουργούν εκ των προτέρων διπλωματικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό κόστος, μεγαλύτερο από τα ενδεχόμενα οφέλη, σε όποιον τα επιδιώκει.

Η χώρα χρειάζεται αλλαγή πολιτικής, με σύγχρονες αρχές και όρους, διασφαλίζοντας έμπρακτα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αλλά και ρόλο παράγοντα ειρήνης, σταθερότητας και ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή.

* μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Cosmote: Να τα λέμε κι αυτά… Τράμπ ή Μπάιντεν; »