Log in

Μόνο με «συγχώρεση χρέους» μπορεί να ελπίζει η αγορά

Δυστυχώς, η υγειονομική κρίση της πανδημίας του κορονοϊού έχει πλήξει την αγορά και την οικονομία και οι επιπτώσεις της αγγίζουν, ήδη, σχεδόν το σύνολο των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Γράφει ο: Κωνσταντίνος Μίχαλος*

Τα μέτρα που έχει εφαρμόσει ως τώρα η Πολιτεία δεν πρέπει να υποτιμώνται, καθώς έχουν προσφέρει βοήθειες, αλλά και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται επαρκή για την αντιμετώπιση της τεράστιας ύφεσης, που πλήττει την αγορά και τους εργαζόμενους.

Και αυτό που βλέπουμε εμείς, ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικότητας, είναι ότι η αγορά θα αργήσει αρκετά να ανακάμψει από αυτήν την καταιγίδα. Ειδικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που παρέχουν πάνω από τις 8 στις 10 θέσεις εργασίας στη χώρα μας, δίνουν αυτήν τη στιγμή αγώνα επιβίωσης. Και πολλές από αυτές μπορεί να μην τα καταφέρουν. Ήδη, 200.000 μικρές επιχειρήσεις σε πληττόμενους κλάδους κινδυνεύουν να μην ανοίξουν ξανά μετά την πανδημία, ιδιαίτερα εάν το τέλος της αργήσει.

Πρέπει λοιπόν, από την πλευρά της Πολιτείας, να εξαντληθεί κάθε περιθώριο ώστε να αποτραπεί ένα νέο κύμα λουκέτων, το οποίο θα οδηγήσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην ανεργία και τη φτωχοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει, προφανώς, όχι μόνο να διατηρηθούν τα μέτρα που βρίσκονται σε ισχύ, αλλά να ενισχυθούν όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ως εκπρόσωποι της Επιμελητηριακής Κοινότητας, έχουμε δηλώσει μετ’ επιτάσεως ότι, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να κινηθεί δυναμικά και να πρωτοστατήσει ώστε, και σε ελληνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να αποφασιστεί η λεγόμενη «συγχώρεση χρέους» (debt forgiveness), δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στα κράτη να διαγράψουν χρέη προς το Δημόσιο, που αφορούν τις πληγείσες από τον κορονοϊό επιχειρήσεις.

Η πρόταση αυτή βρίσκεται, έστω και άτυπα, στο τραπέζι των συζητήσεων και είναι μία πρόταση η οποία είχε γίνει από τον προηγούμενο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος χωρίς καμία αμφιβολία γνωρίζει πάρα πολύ καλά τα ζητήματα αυτά και για να το προτείνει, είναι βέβαιο ότι θα μπορεί και να εφαρμοστεί.

Αν δεν πάμε, σε κρατικό επίπεδο ή στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διαπραγματευτούμε ένα «κούρεμα» χρεών, ώστε να μπορεί μετέπειτα η κάθε κυβέρνηση να μετακυλήσει αυτό το «κούρεμα» στις πληγείσες επιχειρήσεις, τότε η κατάσταση θα δυσκολέψει εξαιρετικά. Με απλά λόγια, χρειαζόμαστε «κούρεμα» χρέους για τις πληττόμενες επιχειρήσεις και όχι απλές αναστολές πληρωμών, που δεν οδηγούν πουθενά, καθώς συσσωρεύουν τα χρέη των επιχειρήσεων για το μέλλον.

Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστεί ή σημαντική αύξηση των ενισχύσεων στις πληττόμενες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ακολουθηθεί το γερμανικό μοντέλο, όπου καλύφθηκε το 75% του δηλωθέντος μισθού των εργαζομένων και του τζίρου των επιχειρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο που πρέπει να γίνει, και μάλιστα άμεσα, είναι να στηριχθεί αποτελεσματικότερα η μικρομεσαία επιχείρηση, με διάθεση περισσότερων πόρων και στοχευμένες δράσεις.

Το πρόγραμμα που υλοποιείται σήμερα με πόρους του ΕΣΠΑ, για την ενίσχυση των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων με κεφάλαια κίνησης χωρίς επιστροφή, έχει προϋπολογισμό 250 εκατ. ευρώ. Οι πόροι αυτοί δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες. Θα πρέπει η Πολιτεία να αναζητήσει πρόσθετα κονδύλια. Να διαθέσει μέσω του προγράμματος πόρους άνω των 2 δισ. ευρώ, ώστε να αποτελέσουν «γραμμή ζωής» για τις μικρές επιχειρήσεις.

Έχουμε, επίσης, ζητήσει να διερευνηθεί η δυνατότητα για «κούρεμα» και ενός μέρους των χρεών των επιχειρήσεων προς τις τράπεζες, αντί της μετάθεσης των υποχρεώσεών τους στο μέλλον, όπως ισχύει σήμερα. Ζητάμε, για άλλη μια φορά, να αναλάβουν και οι τράπεζες τον ρόλο που τους αναλογεί στη διαχείριση της κρίσης. Γιατί βλέπουμε, δυστυχώς, να δημιουργούνται διαρκώς προσκόμματα και εμπόδια στις επιχειρήσεις, ακόμη και για συμμετοχή σε προγράμματα που χρηματοδοτεί το Δημόσιο και η Ε.Ε.

Ζητάμε, τέλος, να βρεθούν οι βέλτιστες λύσεις και να δοθούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα για τη σταδιακή επαναλειτουργία του λιανεμπορίου, με αυστηρά υγειονομικά πρωτόκολλα. Πέρα, όμως, από τις άμεσες κινήσεις, είναι εξίσου επιτακτική η ανάγκη να διαμορφώσουμε προϋποθέσεις ανάπτυξης για την επόμενη μέρα.

Η κρίση αυτή είναι η ευκαιρία να περάσουμε σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο θα αξιοποιεί καλύτερα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας. Θα είναι πιο εξωστρεφές και πιο ανθεκτικό απέναντι στις διεθνείς οικονομικές αναταράξεις. Ο τουρισμός θα ανακάμψει και θα συνεχίσει να είναι τομέας αιχμής. Πρέπει, όμως, ταυτόχρονα, να εστιάσουμε στρατηγικά στην ανάδειξη δυναμικών και εξωστρεφών παραγωγικών κλάδων, όπως η μεταποίηση, η πράσινη ενέργεια, οι μεταφορές και η εφοδιαστική αλυσίδα, η φαρμακοβιομηχανία, κ.ά.

Πρέπει να στηρίξουμε, με κατάλληλα κίνητρα και χρηματοδοτικά εργαλεία, την επιχειρηματική μεγέθυνση, μέσα από συμπράξεις και συγχωνεύσεις. Για να μπορέσουν οι μικρές επιχειρήσεις της χώρας να δημιουργήσουν την κρίσιμη μάζα, που σήμερα τους λείπει. Να ενισχύσουν την παραγωγικότητά τους, να παράγουν με χαμηλότερο κόστος, να επενδύσουν στην καινοτομία, να αναπτύξουν την εξωστρέφειά τους.

Σε αυτή την προσπάθεια, θα πρέπει να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Να αξιοποιηθούν με συνεκτικό σχέδιο και όχι αποσπασματικά. Να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά και όχι με τους ρυθμούς που μας έχει συνηθίσει μέχρι τώρα το Δημόσιο.

Θα πρέπει, επίσης, να επιταχυνθούν και να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στη Δημόσια Διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην Υγεία και στην Παιδεία, στην κοινωνική πολιτική, στη λειτουργία του ανταγωνισμού στις αγορές. Χωρίς καθυστερήσεις και πισωγυρίσματα.

Θα πρέπει, τέλος, να επιδιώξουμε τη δημοσιονομική προσαρμογή, δίνοντας έμφαση στην εκλογίκευση των δαπανών και στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Και όχι στην υπερφορολόγηση και στη μείωση των δημοσίων επενδύσεων, όπως έγινε στο παρελθόν, με ολέθριες συνέπειες για την ανάπτυξη της οικονομίας.

Έχουμε μπροστά μας, για άλλη μια φορά, μια δύσκολη μάχη. Αλλά πιστεύω ότι, η Ελλάδα μπορεί να τα καταφέρει. Οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να τα καταφέρουν.

* Πρόεδρος Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας και Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος